γραφει ο αρισταρχος

driver1Πήρε από το μπράτσο την Βασιλική και βγήκε στον δρόμο. Την βοήθησε να ανεβεί τα σκαλοπάτια του παλιού φορτηγού και ύστερα κάθισε κι αυτός στην θέση του οδηγού. Πήρε μπροστά με θόρυβο η πετρελαιομηχανή και με το άφημα του συμπλέκτη το φορτηγό έκανε ένα πηδηματάκι για να μπει σε πορεία με κατεύθυνση την… φαντασία. Και η ενσάρκωση της φαντασίας δεν ήταν παρά η κλινική που θα έφερνε η Βασιλική στον κόσμο το πρώτο τους παιδί. Ένα χαριτωμένο ξανθό αγοράκι τρεισήμισι κιλών δηλαδή… εγώ! Οι φωνές μου αναστάτωσαν όλο τον όροφο. Και όλοι που μ’ άκουγαν γελούσαν και χρησμοδοτούσαν το μέλλον μου. Τραγουδιστής για την σκάλα του Μιλάνου. Μόνον ο γιατρός έλεγε σοβαρός, “κοιλιακά άλγη!”. Μοίρασε τα λεφτά του ο Μητσάρας σ’ όλο το προσωπικό της κλινικής και στο αφεντικό της καφενοταβέρνας “Ο τενεκές” για να πίνουν δωρεάν τα αλάνια επί τη γεννέση μου. Τα φιλαράκια του Μητσάρα του Τάρταρου. Όλοι συνάδελφοι οδηγοί φορτηγατζήδες κι εκείνος ο καλλιτέχνης. Δεν οδηγούσε, ζωγράφιζε. Δεν ταξίδευε πάνω σε ρόδες, πετούσε. Και πάντα στο δεξί αυτί ένα τσιγαράκι “ΕΘΝΟΣ 7 σέρτικο”. Το καλοκαιράκι το περνούσε μόνο με το λευκό φανελάκι, το φαρδύ παντελόνι με τις μπιμπίλες και τις μαύρες ράντες και το άσπρο-μαύρο δερμάτινο μοκασίνι Οξφόρδης. Μπορεί να ήταν σοφέρ αλλά η λεζάντα-λεζάντα. Καθαρός σγουρομάλλης με μουστακάκι Χιτλερικό και μπόϊ ένα και ογδόντα. Μάτι αετίσιο πράσινο-στρας, σκέτος κούκλος! Μόνο του ελάττωμα τα… νεύρα και μόνες του αδυναμίες το ποτό και η Βασιλική. Είχε δείρει τον μισό πληθυσμό του περίγυρου. Αλλά, αξιαγάπητος. Γερός, τραντάμαγκας.

Αυτές ήταν οι καταβολές μου από την μεριά του άρρενος. Από την θήλυ μεριά κοντούλα και σβέλτη χαδιάρα και αγρίμι. Χυμώδης γυναίκα με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Από κει πήρα το χρώμα των μαλλιών μου και όλα τα άλλα χρακτηριστικά πλην τα του άρρενος..

Μεγάλωνα όπως όλα τα παιδιά με πότε μήλα και πότε φύλλα. Αν ο Τάρταρος τόπαιρνε καλά, δούλευε δυνατά και τρώγαμε σαν μπέϊδες, αν όχι πλάκωνε τ’ αφεντικό στο ξύλο και πάει η δουλειά. Τότε έπεφτε πείνα και στέναζε ο λάρυγξ μαζί με τα αποδέλοιπα του δηλαδή, οισοφάγος και στομάχι ενίοτε δε και άντερα.. Δεν είχε σάλιο, ούτε για ψωμί. Να γίνει τουλάχιστον καμιά παπάρα. Καλό και το στραγάλι με νερό, αλλά φουσκώνει στο άντερο και φρακάρει το σύμπαν. Που να φας αν δεν τα καταφέρνεις με την χώνεψη. Φύλλα Αλεξανδρείας για να ξεμπουκάρει το παχύ για την επόμενη… αεροφαγία. Αλλά όταν είχε, είχε.

Και το “είχε” συνοδεύονταν από γλέντι. Πάντα οικιακό καθ’ ότι η κερά-Βασιλική το γούσταρε κι όλας. Και έκανε τις ετοιμασίες της και ήταν πάντα αφρός. Έτσι τόστρωσε το τραπέζι με σουτζουκάκια σμυρναίικα και μπουγιουρντί και ορνίθια λεύτερα. Σκληρούτσικα αλλά γνήσια, φτάνει νάχεις καλές μασέλες. Και κάτι τυριά, σαλάτες, τουρσιά με ελιές. Μια χαρά. Και το μπουκάλι το δίκιλο με το χύμα γλυκανισιώτικο ούζο.

“Πάρε ρε Μήτσο πιο πολύ μην και δεν φτάσει” έλεγε η Βασιλική. “Άσε ρε γυναίκα, θα φτάσει” “Κυριακή αύριο όλα κλειστά” “Έχει ο μπακάλης, εκείνος ο τσιφούτης. Θα μας δώσει ”.

Ήρθε η παρέα, όλα παιδιά ένα κι ένα. Όλη η σοφεράντζα της πιάτσας. Μαζί και ο Σαμαγιάς, το χαζόπαιδο για την σφαλιάρα και την πλάκα. Σύνολο πέντε αντρούκλες στα ντουζένια τους και τρεις γοργόνες με στολισμένα κεφάλια και καλοβαμμένα νύχια και χείλια. Όλες μια προς μια. Ονόματα για κουδούνια με κόκκινο φαναράκι Σούλα, Λίτσα, Λόλα. Κάθισαν ένα γύρω και δώδεκα ακριβώς καταμεσήμερο άρχισε το τσιμπούσι επί τη επετείω της γέννησής μου. Μέγα γεγονός ο ερχομός μου στην γη, και μάλιστα ο καρπός του Μήτσου και της Βασιλικής.  Αφορμές ζητούσε όχι αιτίες  Άσε που το άσμα “Happy birthday to you” της την έδινε, της Βασιλικής, και έτσι το γύριζαν στο γλέντι για μεγάλα παιδιά.

Άρχισαν τα τσουγκρίσματα, το φαγητό και τα χαχανητά και έφτασαν στο τραγούδι. Η μια, η Σούλα, είχε και καλή φωνή ήξερε και πολλά άσματα και άρχισαν οι παραγγελιές. Κι όσο κατέβαινε το ούζο στο μπουκάλι τόσο πιο δυνατά ήταν τα παλαμάκια και οι ζεϊμπεκιές με την Σούλα στο τιμόνι A-capella. Μούρλια. Και γω δεκάχρονο στο ξεκίνημα της εφηβείας με τις ορμόνες μου να τεστάρονται από τους αδένες μου ένιωθα την ζεστασιά, μύριζα την φορτισμένη ατμόσφαιρα και γούρλωνα τα μάτια από το σήκωμα της κλαρωτής πάνω στις φιγούρες του πολύ προσωπικού ζεϊμπέκικου έστω και μόνο με παλαμάκια και τα φωνητικά της Σούλας. Και το μπουκάλι νετάρισε. “Έλα δω ρε, πάρτο και πάνε σ’ αυτόν τον κοντοστούπη να σου το γεμίσει”

-Πες τον πατέρα σου πως θα είμαι ανοικτός μέχρι τις τρεις, μετά θα κλείσω.

Πήρα το μπουκάλι και το πήγα. Μετέφερα στον Μητσάρα και την παραγγελιά του μπακάλη και εισέπραξα ένα χάδι στο κεφάλι και ένα “καλά”. Άδειασε η Βασιλική ότι είχε και δεν είχε στο τραπέζι και άδειασε και αυτό με την σειρά του στα αχόρταγα στομάχια μαζί με το χύμα γλυκανισιώτικο. Πήγαινα κι ερχόμουνα στον κοντοστούπη τον μπακάλη πότε για ούζο και πότε για τίποτε παστουρμάδες, τυρί, κασέρι και τέτοια. Και το γλέντι βαρούσε κόκκινο, η Σούλα βράχνιασε κι αρχίσαν τα ξεσαλώματα. Σε κάποια στιγμή ο γέρος μου σηκώθηκε και έβγαλε ένα λόγο μεθυσμένο που η μπόχα σ’ έπιανε και στα τρία μέτρα. Εξύμνησε τον ερχομό μου και κατέληξε στα κουνήματα της Λόλας. Εκεί ο Τάρταρος το χάλασε. Σήκωσε το φρύδι η Βασιλική και άστραψε ο Όλυμπος μαζί κι Όσσα. Τόδε το γύρισμα ο μάγκας και το πήρε αμέσως πίσω με μαλαγανιές και τέτοια. Ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε να φουρτουνιάσεις τον τυφώνα που έλεγαν Βασιλική. Θάνατος!

Η ώρα πήγε τέσσερις και ένας λιμοκοντόρος διπλωμένος από το πολύ το κατσιό πέταξε την φαεινή. “Άλλο ένα μπουκάλι και μεζέ, κερνάω εγώ”.  “έλα δω ρε! Πιάσε στον κοντοστούπη ένα ούζο και λίγη λακέρδα.” Κι εγώ πήγα, αλλά του κοντοστούπη τούπιασε το πείσμα και δεν έδινε. Πες τον γέρος σου τον αγροίκο πως κάνω υπομονή για την φασαρία που κάνει, και να μην μου χαλάει το ωράριο  αφού τώρα αναπαύομαι. Τα είπα του γέρου, κι αυτουνού το μάτι γύρισε. “Ρε πες του να μην παίζει με τα μαχαιροπίρουνα, γιατί γρατσουνάνε” Ο κοντοστούπης δεν καταλάβαινε τίποτα, βλέπεις ήτανε από Δεμίρ-Χισάρ μεριά και όσο νάναι τόπαιζε μάγκας, την  τύφλα του.

Έτσι και ο Μητσάρας τρελαίνονταν και σύνταγμα δεν τον κουμαντάριζε. Σηκώνεται επάνω τρικλίζοντας και βρίζοντας σε άγνωστη γλώσσα χτυπώντας τα τακούνια με το δίχρωμο Οξφόρδης. ”Κάντε πέρα ρε!”. Μουγκρίζει η πετρελαιομηχανή στο παμόρ και ύστερα με το άφημα του αμπραγιάζ πηδάει μπροστά  και ανεβάζει στροφές με το γκάζι πλάκα .

Μπήκε από την κεντρική είσοδο στο μπακάλικο το MG και αφού έκανε το μαγαζί θερινό και χάλασε την μόστρα βγήκε από την πίσω πόρτα  στον αύλιο χώρο του κοντοστούπη. Με κρεμασμένα σαλάμια, λουκάνικα και εδώδιμα-αποικιακά. Έγινε χαμός. Αστυνομία και τα τοιαύτα. Η Βασιλική καθ’ ότι είχε  αδερφό στην Ασφάλεια μετρίασε το κακό και η συμφωνία ήταν κοντολογίς στον ένα χρόνο δουλειά. Ότι έβγαζε θα τάδινε στον κοντοστούπη. Και έπιασε η Βασιλική δουλειά στο καπνομάγαζο και λυποθύμαγε για να πληρώνει το κοκοράκι τις βλακείες της επέλασης του στο κοντοστούπιον μπακάλικο.

Αυτά συνέβησαν στα δεκαετή γεννέθλιά μου. Και χωρίς “Να ζήσεις Βαγγέλη και χρόνια πολλά μεγάλος να γίνεις και νάχεις… δουλειά”

ΥΓ. Αφιερωμένο στον μικρό μου γιό τον Νικόλα.0

Advertisements