γραφει ο αρισταρχος

Σελίδα 12

stairs-Κύριε Κώστα σας παρακαλώ αν δεν μπορείτε σταματήστε. Γίνατε κάτωχρος και δεν θάθελα να πάθετε κάτι εξ αιτίας μου.

-Μην ανησυχείς, την έκοψε. Φτάσαμε με πολύ δυσκολία στην βάση του βουνού και κει αρχίσαμε την ανάβαση με προσοχή γιατί είχε και νάρκες που δεν είχαν καθαριστεί ακόμη. Περνούσαμε μακριά από χωριά να μην δώσουμε υποψίες αλλά… . Σταμάτησε και κοίταξε την γυναίκα στα μάτια. Τα δικά του βαθιά χωμένα στις κόγχες τους γυάλιζαν έντονα και το μουστάκι του είχε τεντωθεί. Το πρόσωπο τσιτωμένο χάλκινο και στον δεξί του κρόταφο μια φλεβίτσα πεταγμένη έπαιζε ασταμάτητα.

-Μας είδε ένας τσομπάνος και μας χαιρέτησε. Νομίζεις πως μπορείς να ξεφύγεις έτσι εύκολα από τα φωτογραφικά υψηλής ανάλυσης μάτια ενός τσομπάνη ορεσίβιου εκεί στα ψηλά; Σε σκανιάρει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Μόνο ρωτάει, αλλά και οι απαντήσεις του ερωτήσεις είναι. Θα σε ξεψαχνίσει μέχρις εσχάτων. Ήταν η άτυχη στιγμή μας. Με αναγνώρισε. “Εσύ δεν είσαι ο Κωστής; Ρε συ δεν με θυμάσαι ο Νιανιάς είμαι. Το φιλαράκι σου πάνω στα μαντριά; Σε χάσαμε ξαφνικά, τι έγινε; Τότε κόντεψαν να μας καθαρίσουν όλους. Φύλλο και φτερό μας έκαναν ψάχνοντας να βρούν κάτι πολύτιμο αλλά δεν μας έλεγαν τι. Ο Γιαβρής τους είπε για σένα κι ότι χάθηκες εκείνο το βράδυ. Σ’ έψαχνε ένα λόχος από δαύτους. Τι ήτανε ρε Κωστή… λιρίτσες;”

-Καταλαβαίνεις πως δεν είχαμε πολλά περιθώρια. Το οργανώσαμε πάλι απ’ την αρχή και ο λογαριασμός βγήκε δια του τρία. Εκείνη την βραδιά κοιμηθήκαμε σε μια αποθηκούλα μακριά έξω από το χωριό. Το πρωί ξεκινήσαμε και οι τρεις για την τοποθεσία Πλατύσκαλο όπου είχα θάψει το τσουβαλάκι. Δεν αργήσαμε να το βρούμε. Τα λεφτά ήταν πολλά και αρκετά για όλους μας. Αλλά ο άνθρωπος πλεονέκτης. Το μάτι του δεν χορταίνει με τίποτε Όλα δικά του τα θέλει. Έτσι πάνω στο μέτρημα έβγαλε ο Νιανιάς πιστόλι και άρχισε να μας απειλεί για να πάρει όλα τα χρήματα. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να τον πείσουμε.

Σε κάποια στιγμή αρπαχτήκαμε εγώ κι ο Νιανιάς στα χέρια και στην προσπάθειά μου να του πάρω το όπλο εκείνο εκπυρσοκρότησε πετυχαίνοντας τον πατέρα σου στο πόδι. Κυλιστήκαμε στον κατήφορο και εκεί κάπου εκπυρσοκρότησε πάλι το πιστόλι. Αυτή την φορά η σφαίρα βρήκε τον Νιανιά κατευθείαν στην καρδιά. Θα μπορούσε να βρει εμένα. Όμως βρήκε αυτόν που σκοτώθηκε ακαριαία. Τον πέταξα μέσα σε μια μεγάλη σχισμή  και πήρα τα λεφτά και τον πατέρα σου για να φύγουμε. Το τραύμα του ήταν βαθύ και το αίμα πετάγονταν σαν σιντριβάνι παρ’ ότι το είχαμε δέσει ψηλά στον μηρό. Ακούσαμε φασαρία. Από κάποιο μαντρί κοντά άκουσαν τους πυροβολισμούς και έτρεξαν.

Σταμάτησε για μια στιγμή να πιεί μια γουλιά νερό και συνέχισε λαχανιασμένος κοιτώντας το πάτωμα. Το πρόσωπό του είχε πάρει τώρα ένα ωχρό χρώμα σαν πεθαμένος. Φοβήθηκε η γυναίκα αλλά δεν πρόλαβε να πει ή να κάνει κάτι.

-Ο πατέρας σου μου είπε να φύγω γιατί έτσι όπως ήμασταν σίγουρα θα μας έπιαναν και τους δύο. Φύγε μου είπε και θα βρεθούμε αργότερα. Δεν το πολυσκέφτηκα κι εγώ και έφυγα με τις λίρες περνώντας μέσα από ναρκοθετημένη περιοχή για να μην με ακολουθήσουν.

Τα τελευταία του λόγια τάπε με φθίνουσα ένταση μέχρι που σταμάτησε και έμεινε έτσι ακίνητος πάνω στην πολυθρόνα χωρίς να μιλάει. Τον έπιασε η γυναίκα από το χέρι κι εκείνος έγειρε το κεφάλι στο πλάι.

Κύριε Κώστα, κύριε Κώστα. Ο γέρος δεν απάντησε. Τώρα το κεφάλι του είχε γύρει μπροστά και έμεινε έτσι. Πριν προλάβει να φωνάξει ο Νικόλας ήταν ήδη πάνω από τον πατέρα του και προσπαθούσε να τον συνεφέρει.

-Κύριε Μανώλη δυστυχώς, ο πατέρας μου έπαθε εγκεφαλικό και δεν έχει απολύτως καμιά επαφή με το περιβάλλον. Οι γιατροί λένε πως μάλλον δεν θα επανέλθει. Είναι βλέπετε και η ηλικία. Θέλετε να μείνετε στο σπίτι; Είπε ο Γιώργης με σκυθρωπό πρόσωπο.

-Όχι, όχι είπε η γυναίκα. Καθίστε εσείς δίπλα στον πατέρα σας. Εμείς θα πάρουμε τα πράγματα από το σπίτι και θα φύγουμε σήμερα κιόλας. Λυπάμαι πολύ για τον πατέρα σας. Δεν ήθελα να συνεχίσει του τόπα αλλά αυτός…

-Το ήθελε αυτός. Εγώ τι μπορούσα να κάνω. Σας περίμενε πως και πως. Τι να πω δεν ξέρω. Μάλλον έζησε τόσο πολύ περιμένοντας αυτή την στιγμή.

Βρήκαν βραδινή πτήση για την πρωτεύουσα και την άλλη μέρα έφτασαν σπίτι τους ταξιδεύοντας από την πρωτεύουσα με το τρένο. Κρεμασμένα από πάνω τους τα παιδιά έριχναν χειμάρρους ερωτημάτων και μόνον ο Θανασάκης έπαιζε αδιάφορα με την παιχνιδομηχανή του.

Την επομένη από την άφιξή τους πήρε τηλέφωνο ο Γιώργης να τους αναγγείλει τον θάνατο του πατέρα του. Έτσι αυτή ένιωσε πως έκλεισε ο κύκλος με την ιστορία του πατέρα της που έμενε ανοικτός από τότε που έφυγε, όταν ήταν αυτή μόλις τριών ετών. Όσο για τα χρήματα ούτε που πέρασε η σκέψη από το μυαλό τους. Τόσο πάνω από αυτά στεκόταν και οι δύο. Σπάνιο είδος ανθρώπων που δεν γνώριζαν λέξεις όπως συμφέρον, χρήμα, υποκρισία, κακία. Γι αυτό και ήταν τόσο ευάλωτοι απέναντι στους άλλους. Έμοιαζαν να μάχονται χωρίς ασπίδες και πανοπλίες. Έτσι, γυμνοί.

Μετά μια εβδομάδα ο Μανώλης πήγε και βρήκε τον Δήμαρχο. Ήθελε να ξεκαθαρίσει το θέμα με την πινακίδα στα σκαλοπάτια. Δεν δυσκολεύτηκε να τον πείσει όταν του ανακοίνωσε πως είχε συναντηθεί με κάποιον Αλέξανδρο Δημούλα που εν τω μεταξύ είχε αποδημήσει εις Κύριον. Εκείνος πλήρωσε για την κατασκευή των σκαλοπατιών και μάλιστα είχε δώσει και τα σχέδια κατασκευής και με την υποχρέωση να βάλουν την πινακίδα που έχει.

Και πάλι όμως τους έμειναν πολλά ερωτήματα που δυστυχώς δεν θα έπαιρναν τις ανάλογες απαντήσεις μια και οι πρωταγωνιστές είχαν φύγει από την ζωή. Έστρωσαν πάλι τον δρόμο για τα βήματα της ζήσης και μπήκαν στην ίδια με πρώτα ρουτίνα. Και φυσικά οι ετοιμασίες για τον γάμο του Άκη και της Βάσως. Όσο για την γυναίκα του Μανώλη κάθε φορά που ανέβαινε τα σκαλιά ένιωθε πως συναντιόταν με τον πατέρα της. Πολλές φορές καθόταν εκεί στο πλατύσκαλο σιγομουρμούριζε και άφηνε δυό λουλούδια

-Παρακαλώ είστε η κυρία… Μαδά;

-Είστε ο δικηγόρος που με πήρε στο τηλέφωνο; Παρακαλώ περάστε. Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμη γιατί από το τηλέφωνο δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα.

-Μου επιτρέπετε να πάρω μια δυό βαθιές ανάσες γιατί έκανα την βλακεία να παρκάρω κάτω από κείνα τα εκατό σκαλοπάτια και μου βγήκε η γλώσσα να τα ανεβώ. Λίγο νερό μπορώ να έχω; Δεν γυμνάζομαι και λαχανιάζω εύκολα. Πάντως είστε πολύ ωραία εδώ πάνω. Έχετε και όμορφη θέα και όμορφο κήπο. Πάντα ήθελα να έχω ένα τέτοιο σπίτι αλλά δεν έτυχε. Βλέπετε τα οικονομικά μου δεν μου το επέτρεπαν και…

-Κύριε… Στέλιο; Αν δεν κάνω λάθος.

-Συγνώμη κυρία μου. Συγχωρήστε την φλυαρία μου. Από μικρός ήμουνα πολυλογάς και η μάνα μου η κυρά-Δήμητρα μ’ έσπρωξε κι έγινα δικηγόρος. Εγώ βέβαια ήθελα να γίνω ηθοποιός αλλά που ν’ ακούσει κάτι τέτοιο ο πατέρας μου θα με σκότωνε. Βέβαια δεν έχω παράπονο αλλά… .

-Κύριε Στέλιο. Πείτε μου σας παρακαλώ τι με θέλετε γιατί έχω δουλειά.

-Συγνώμη και πάλι. Έρχομαι αμέσως στο θέμα. Έχω στην διάθεσή σας ένα σεβαστό ποσόν. Ο πελάτης μου επιθυμεί να μείνει ανώνυμος. Παρακαλώ, έχω την εντολή να σας παραδώσω αυτό το ποσόν το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στο όνομά σας σε κάποια τράπεζα. Και λέγοντας αυτά έβγαλε από τον χαρτοφύλακά του κάτι χαρτιά και τ’ άπλωσε πάνω στο τραπεζάκι στο τετράγωνο σαλόνι.

-Δεν καταλαβαίνω κύριε ποιος και γιατί μου δίνει αυτά τα χρήματα. Και ειλικρινά δεν μπορώ να δεχτώ ένα τέτοιο ποσόν χωρίς να γνωρίζω τον δωρητή και τον λόγο της δωρεάς.

Εκείνος έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε το χοντρό του πρόσωπο από τον ιδρώτα που τον έλουζε

-Μα σας είπα πως επιθυμεί την ανωνυμία κυρία μου!

-Ωραία! Δώστε μου την κάρτα σας και θα σας επισκεφτώ κάποια στιγμή στο γραφείο σας.

-Ξέρετε… δεν είμαι από δω. Ήρθα απ’ την πρωτεύουσα ειδικά για σας και κατ’ εντολή του πελάτη μου. Αλλά θα μείνω μέχρι αύριο στο ξενοδοχείο “Τήμενος”. Θα περιμένω τηλέφωνό σας.

Της έδωσε μια καρτούλα με τα στοιχεία του και πάνω σημείωσε το ξενοδοχείο. Ύστερα έφυγε ξεφυσώντας. Πίσω του η γυναίκα φώναξε γελώντας.

-Κουράγιο, τώρα έχετε μπροστά σας κατήφορο.

Ετοίμασε το φαγητό, σαλάτα και έστρωσε το τραπέζι για το μεσημεριανό. Πήρε ύστερα τηλέφωνο τα παιδιά. Την Σόφη και τον Άκη να έρθουν για φαγητό μόνοι τους χωρίς νύφη και γαμπρό. Είχαν να συζητήσουν κάτι πολύ σοβαρό.

Ήρθε κι ο Μανώλης και στρώθηκαν στο φαγητό. Εκεί πάνω η μάνα άρχισε να διηγείται ότι έγινε με τον δικηγόρο. Στην αρχή έμειναν βουβοί, ύστερα άρχισαν όλοι μαζί εκτός του Μανώλη  να της λένε πως έναν τέτοιο μποναμά δεν τον γυρίζουν πίσω και πόσο τα έχουν ανάγκη ιδιαίτερα τώρα που θα γινόταν και ο γάμος

-Πες ρε μπαμπά και συ κάτι που δεν άνοιξες το στόμα σου γιατί η μάνα είναι ικανή να τα γυρίσει πίσω.

-Τα λεφτά είναι στο όνομα της μάνας σας, αλλά συμφωνώ να μην πάρει δεκάρα αν δεν μάθει τον δωρητή και τον λόγο της δωρεάς. Αν και υποπτεύομαι…

-Κι εγώ, είπε εκείνη .

Πέρασαν στο σαλονάκι του Ξενοδοχείου και περίμεναν υπομονετικά να κατέβει ο δικηγόρος. Δεν άργησε να φανεί, με κείνο το γρήγορο βήμα του κουβαλώντας το χοντρό του σώμα. Τους χαιρέτισε ευγενικά με χαμόγελο και συστήθηκε στον Μανώλη.

-Κύριε δικηγόρε… είπε ο Μανώλης. Κύριε δικηγόρε, πείτε μου τουλάχιστον ο μεγαλόψυχος είναι ο κύριος Αλέξανδρος;

Εκείνος γύρισε τα μικρά του ματάκια στην γυναίκα και ζήτησε επιβεβαίωση χωρίς να βγάλει φωνή. Ύστερα φαίνεται κατάλαβε πως δεν θάβγαζε αποτέλεσμα και είπε κλείνοντας τα μάτια.

-Εν τάξει! Μεταξύ μας όμως, αυτός είναι. Τι γίνεται τώρα;

Ο Μανώλης σηκώθηκε λέγοντας στην γυναίκα του

-Πάμε να φύγουμε. Δεν φαντάζομαι να πάρεις ματωμένα λεφτά!

-Όχι, είπε εκείνη, δεν θα τα πάρω. Ούτε καν θα τ’ αγγίξω αλλά ξέρω τι θα τα κάνω. Που είναι να υπογράψω κε… Στέλιο σας είπαμε;

-Ναι κυρία είπε εκείνος με ανακούφιση και έβγαλε τα χαρτιά.

Μοίρασε τα χρήματα σε τρεις ισόποσες επιταγές και τα κατέθεσε σε τρία παιδικά ιδρύματα με την ένδειξη “Δωρεά Αθανασίου Μαδά”. Απ’ το τελευταίο βγήκε αλά μπρατσέτα με τον Μανώλη και σταμάτησε καταμεσίς του δρόμου. Τον άρπαξε τόσο δυνατά που κόντεψε να τον ρίξει κάτω. Ύστερα είπε λάμποντας από χαρά “Σ’ αγαπώ μωρέ Μανώλη. Σ’ αγαπώ όσο τίποτε άλλο!” και τούσκασε ένα φιλί στο στόμα. Εκείνος γεμάτος ευτυχία την έσφιξε πάνω του.

-Τι λες Λενιό, είσαι; κερνάω ουζάκι.

ΥΓ. Φανταστική ιστορία. Κάθε ομοιότης είναι απλή σύμπτωση.

ΤΕΛΟΣ!

Advertisements