γραφει ο αρισταρχος

Σελίδα 11

stairsΡόδισε το πρωινό κι έφυγε τρεχάτη η νύχτα να κρυφτεί αφήνοντας πίσω της μια αχνάδα που σιγά σιγά διαλύονταν. Χάθηκε εντελώς μόλις  σήκωσε το φρύδι ο ήλιος και έβαλε φωτιά στην θάλασσα. Κι εκείνη παιχνίδιζε κάνοντας νάζια με κύματα κι αφρούς. Έσπαζε το άσπρο σ’ επτά χρώματα σαν την ίριδα και ύστερα πάλι τόκανε άσπρο.  Μια πρώτη αχτίδα τρύπησε το τζάμι κι έπεσε πάνω στου Μανώλη τα μάτια, κι αυτός τάνοιξε. Όχι ότι  το πρωινό ήταν το φόρτε του αλλά νά, σε ξένο σπίτι ήταν και όσο νάναι άλλο είναι το δικό σου το κρεβάτι. Χασμουρήθηκε, τεντώθηκε και βγήκε στην βεραντούλα. Όλα φαινόντουσαν τόσο όμορφα στο ξύπνημά τους. Ηρεμία, ησυχία πριν την ημερήσια ανθρώπινη δραστηριότητα. Και ένα μυαλό φρεσκαρισμένο και ξεκαθαρισμένο από τον φόρτο των πληροφοριών της προηγούμενης μέρας. Καθόταν έτσι όπως πριν είκοσι τέσσερις ώρες, μόνο που ήταν λίγο πιο μεγάλος, λίγο πιο εξελιγμένος, λίγο πιο εμπλουτισμένος. Ίσως κατά μία μέρα πιο μεγάλος. Ένας Μανώλης λίγο πιο… Μανώλης.

Το τραπέζι ήταν έτοιμο και το πρωινό τους περίμενε. Η οικιακή βοηθός τους καλημέρισε  ευδιάθετα με χαμόγελο. Ύστερα τους σερβίρισε αχνιστό αρωματικό καφέ . Τράβηξαν από μια λαχταριστή γουλιά και γέμισαν καφεΐνη τα λαρύγγια τους. Ο καφές τους κάθε φορά ήταν και μια τελετουργία και μια από τις μικρότερες-μεγάλες απολαύσεις. Σε λίγο κατέβηκε και ο Κωστής μαζί με τον Νικόλα. Καλημερίστηκαν και με φανερό ενδιαφέρον ο Κωστής ρώτησε.

-Είσαι καλά; Έφυγε ο πονοκέφαλος; Πιστεύω η υπερένταση της μέρας και… Έστειλα την Μαρία να ρωτήσει αν είστε καλά χτες βράδυ αλλά είχατε κοιμηθεί. Φάγατε πρωινό;

Όμορφη η μέρα, ζεστή. Πολλές οι τζαμαρίες το σπίτι γύρω γύρω και το φως άπλετο γέμιζε τα πάντα σε τέτοιο σημείο που να γίνεται ενοχλητικό. Γι αυτό είχαν φροντίσει και τα σκέπαζαν με χοντρές κουρτίνες και Rideau ελεγχόμενα με τηλεκοντρόλ. Όλα προσεγμένα με πολύ μεράκι αλλά και πολλά λεφτά. Γενικά όλο το σπίτι φώναζε για την αφθονία και την ακρίβεια του.

Πέρασαν στο κιόσκι και κάθισαν στο σαλονάκι από μπαμπού με τα χοντρά μπεζ μαξιλάρια. Η ώρα ήδη είχε πάει δέκα.

-Μην κοιτάς το ρολόι σου. Άσε τον χρόνο να φεύγει χωρίς να τον βλέπεις πάνω σε δυό λεπτοδείκτες. Είπε ο Νικόλας με μια υποψία από χαμόγελο.

Αυτή χαμογέλασε πλατειά αφήνοντας να φανούν τα ωραία της δόντια. Πρώτη φορά τον άκουγε να μιλάει.

-Η γυναίκα σου που είναι; Τον ρώτησε.

-Έφυγε για το ξενοδοχείο να ταχτοποιήσει ένα group από τουρίστες. Θα ρθει για το μεσημεριανό.

-Αν μας προλάβει, μουρμούρισε μέσα στα δόντια της.

-Λοιπόν, ξεκίνησε ο Κωστής αλλά δεν απόσωσε την κουβέντα του γιατί τον διέκοψε η γυναίκα.

-Κύριε Κώστα νομίζω πως ήταν μέγα λάθος που ξεκίνησα τόσο δρόμο για να ρθω εδώ να σας βρω.Τι να μάθω δηλαδή, πώς θα μου επιστραφεί πίσω η ηλικία των τριών ετών και τον πατέρα μου να με σφίγγει πάνω του. Κι εγώ να του λέω “Μην πας μπαμπά γιατί δεν θα ξαναγυρίσεις ”. Ότι μου πείτε μάλλον πόνο θα μου προκαλέσει παρά ότι άλλο. Ας το σταματήσουμε εδώ γιατί με τον άντρα μου αποφασίσαμε να φύγουμε σήμερα κιόλας. Με περιμένουν τα παιδιά μου. Ευχαριστώ για την φιλοξενία και συγνώμη για την αναστάτωση που σας προκαλέσαμε. Κι έκανε μια κίνηση να σηκωθεί.

Το σκελετωμένο χέρι του Κωστή την σταμάτησε. Έγινε πολύ σοβαρός και κάτωχρος. Ύστερα με φωνή που έτρεμε άρχισε να της λέει κάπως γρήγορα μην και φύγει αυτή και δεν προλάβει να της πει αυτά που ήθελε.

-Κοπέλα μου δεν θα σ’ αργήσω και θέλω να μου κάνεις την μεγάλη τιμή λίγο πριν πάω για συνάντηση με τον δημιουργό μου να βγάλω το φαρμάκι που μου γέμισε τόσα χρόνια την ζωή μου. Ύστερα πράξε όπως θέλεις. Μόνο σας παρακαλώ Μανώλη και Νικόλα να μας αφήσετε μόνους.

-Αν χρειαστείς κάτι φώναξε, είπε στην γυναίκα του ο Μανώλης. Θα είμαι παραδίπλα, εδώ.

Έμειναν μόνοι τους και η Κωστής είπε ένα ξεψυχισμένο ευχαριστώ.

-Όπως σου έλεγα ήμουν στον πόλεμο πάνω στο Βόρειο βουνό στην δούλεψη ενός τσέλιγκα. Άρχισε ο εμφύλιος και μεις δεν κλείναμε μάτι όλη νύχτα. Το μαντρί ήταν πάνω σε μονοπάτι-περαντζάδα από αντάρτες και στρατό. Μια βραδιά έγινε χαλασμός από αεροπλάνα, στρατό και αντάρτες. Γινόταν μεγάλη φασαρία από πυροβολισμούς, φωνές και αεροπλάνα που πετούσαν χαμηλά. Δίπλα στο μαντρί είχε ένα καραγάτσι με μια μεγάλη κουφάλα από κεραυνό. Μόλις γινόταν φασαρία κονάκευα εκεί, καμιά δυο μέτρα πάνω από την γη μέσα στην κουφάλα. Έτσι κι εκείνη την νύχτα μπήκα μέχρι να σταματήσει η φασαρία. Σε κάποια στιγμή άκουσα φωνές και ύστερα φασαρία στην είσοδο της κουφάλας. Δύο άντρες έσκαβαν στην βάση, ακριβώς κάτω από μένα, με τις ξιφολόγχες τους και έθαψαν κάτι. Ύστερα έφυγαν.

Πέρασε αρκετή ώρα και μόλις ηρέμησαν τα πράγματα κατέβηκα και άρχισα να σκάβω με τα χέρια μου. Το βρήκα! Ήταν ένα τσουβαλάκι γεμάτο χρυσές λίρες με τον Άγιο Γεώργιο. Έμεινα άφωνος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Πήρα μια βιαστική μέσα στην έξαψή μου απόφαση και πήγα στην τοποθεσία που βγήκαμε την φωτογραφία. Στο Πλατύσκαλο εκεί που τέλειωναν τα εκατό σκαλοπάτια! Εκεί ανάμεσα σε δύο οξιές που σχημάτιζαν  ένα μεγάλο λάμδα το έθαψα με προσοχή. Ύστερα έκανα τον σταυρό μου και άρχισα να τρέχω στα μονοπάτια που ήξερα καλύτερα από το χέρι μου, να προλάβω το ξημέρωμα.

Τα κατάφερα και έφτασα στο χωριό την άλλη μέρα. Πήρα από τον σπίτι μου λίγα ρούχα και έφυγα μακριά. Μακριά όσο γινόταν, να γλιτώσω το τομάρι μου.

Έκανε μια κίνηση ψάχνοντας το ποτήρι με το νερό. Τον βοήθησε αυτή. Τα χείλια του είχαν γίνει άσπρα, στεγνά. Και η ανάσα του βαριά. Καταλάβαινε πως ότι έλεγε το ζούσε τόσο έντονα που φοβήθηκε μήπως πάθει τίποτα. Σαν να κατάλαβε όμως τις σκέψεις της αυτός. Την κοίταξε τρυφερά και είπε.

-Ευχαριστώ και μην ανησυχείς για μένα. Νιώθω τόσο όμορφα που τα λέω για πρώτη μου φορά σε τρίτο και ειδικά σε σένα. Άσε να ξαλαφρώσει η ψυχή μου. Είναι μια απολογία για τον καλό μου φίλο που χάθηκε τόσο άδικα.

Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ πολύ μακριά από το σπίτι μου περίμενα την κατάλληλη στιγμή για να κάνω σαφάρι στο Πλατύσκαλο με τις λίρες. Κάποια στιγμή στην μεγάλη πόλη συνάντησα στο κουτουκάκι του Μητσάρα κοντά στο σπίτι της γιαγιάς σου, το ξέρεις; Εκείνη έγνεψε όχι κι αυτός συνέχισε. Συνάντησα τον συγχωρεμένο τον πατέρα σου τον αξέχαστο τον Άκη. Μόλις τον είχαν απολύσει από την δουλειά του και ήταν σε απόγνωση.  Εκείνη την βραδιά μοιραστήκαμε παρέα με την ρετσίνα  όνειρα, αγάπες, γλέντι… λίρες! Άστραψαν τα μάτια του μόλις του είπα όλη την ιστορία έτσι αποφασίσαμε να πάμε μαζί να τα πάρουμε και να τα μοιραστούμε. Είχαν περάσει ακριβώς οκτώ χρόνια από την στιγμή που έφυγα. Αρκετός χρόνος, έτσι τουλάχιστον  νόμισα, για να ξεχαστούν όλα. Είπε στην μάνα σου την κυρά-Θεοδοσία πως θα πήγαινε να δουλέψει τσομπάνος για λίγο καιρό στο μεγάλο Βόρειο βουνό και πως θα γύριζε με λεφτά για να κάνουν το δικό τους κοπάδι.

Συνεχίζεται…

Advertisements