της Ρένας Ραψομανίκη
 
ροδιΚαι μ’ αυτή την διφορούμενη φράση την άφησε ν’ αναρωτιέται τι τον είχε εξοργίσει:  η διόρθωση ή η αδιαφορία  για τους στίχους στα περιθώρια.
 
Φάνηκε πως ήταν  το δεύτερο γιατί, ξαναβρίσκοντας το κέφι του, άρχισε να της εξιστορεί πώς ξεκίνησε η γνωριμία του του με τους ποιητές· τους ποιητές που δεν χωρούσαν στο σχολικό πρόγραμμα. Καθώς ήταν η πρώτη φορά που η συνομιλία τους ξέφευγε από τα στενά πλαίσια των  σχολικών μαθημάτων, η Αίγλη ρουφούσε άπληστα τiς πληροφορίες-αποκαλύψεις και, έχοντας μια ιδιαίτερη ικανότητα, τις μετέφραζε σε  εικόνες.
 
Τον είδε, βραδάκι στο δρόμο για το φροντιστήριο, να χώνεται στο υπόγειο παλαιοβιβλιοπωλείο της Ασκληπιού, να ψάχνει σαν φυσιοδίφης στα σκονισμένα ράφια, να ξετρυπώνει  το  βιβλιαράκι με τον περίεργο τίτλο “Σφραγίδα ή Η όγδοη Σελήνη” κάποιου άγνωστου με τ’ όνομα Μίλτος Σαχτούρης, να το φυλλομετράει και να κατακλύζεται από τα συμπτώματα του έρωτα. Ένιωσε τη φλόγα που αναψοκοκκίνισε τα μάγουλά του και τον συνεπήρε ολόκληρο στην επαφή με τους πρώτους κι όλας στίχους. Συμμερίστηκε την έντονη επιθυμία του να μπορέσει να το διαβάσει  ολομόναχος, αποκομμένος από τον κόσμο, τα βράδια πριν κοιμηθεί. Τον καμάρωσε να διαπραγματεύεται έξυπνα και σκληρά, υποκρινόμενος τον αδιάφορο κι ας τον έκαιγε η λαχτάρα. Στο κάτω-κάτω ήταν  ήδη χρησιμοποιημένο, άσε που είχε ένα λεκέ από γράσο στο εξώφυλλο. Ήξερε πολλούς ο βιβλιοπώλης που θα πλήρωναν για να το βάλουν στην βιβλιοθήκη τους σ΄αυτή την άθλια κατάσταση;  Ας ήταν ευχαριστημένος που βρέθηκε αυτός να τον απαλλάξει από τα μπάζα – έτσι το αποκάλεσε “μπάζα” και ήταν σαν προδοσία. (Είναι αξιολάτρευτος όταν παίζει θέατρο). Ανακουφίστηκε που το παζάρι έκλεισε με  την μπίλια να κάθεται στην τιμή του τάλιρου μια τιμή εξευτελιστική μεν, απαγορευτική δε για κάποιον που όλη η περιουσία του ήταν το αντίτιμο του εισιτηρίου του αστικού λεωφορείου: μία δραχμή και είκοσι λεπτά. Ήταν όμως κατηγορηματικός.
-Μην το πουλήσετε, σε δυο μέρες το αργότερο θα έλθω να το πάρω.
 
Δεν είχε έτοιμο σχέδιο. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει την φαντασία του. Το άλλο μεσημέρι κι όλας κατέβηκε στην Ερμού. Περίοδος εκπτώσεων και τα πεζοδρόμια – πολύ αργότερα θα γινόταν πεζόδρομος – είχαν πλημμυρίσει από γυναίκες. Ο συνωστισμός ευνοούσε το σχέδιό του. Έμεινε να ανιχνεύει προσεκτικά μέχρι που εντόπισε το θύμα. Καλοντυμένη, απρόσεχτη, απορροφημένη στο χάζεμα των βιτρίνων και – το κυριότερο – με ανοιχτό το φερμουάρ της τσάντας. Άρχισε να περπατάει προς το μέρος της βιαστικά -σχεδόν τρέχοντας, με το κεφάλι σκυφτό-   κι όταν συναντήθηκαν έπεσε πάνω της. Τον έβρισε – που δεν πρόσεχε – εκείνος έκανε τον ξαφνιασμένο, ζήτησε βιαστικά συγγνώμη και απομακρύνθηκε στρίβοντας αριστερά έτσι που ακαριαία εξαφανίστηκε από το οπτικό της πεδίο. Δεν έπρεπε να είσαι μάντης για να καταλάβεις πως το πορτοφόλι της βρισκόταν πια στη τσέπη του. Μέτρησε γύρο στις πεντακόσιες δραχμές αλλά δεν τον ενδιέφερε παρά μόνο η ταυτότητά της. Διεύθυνση, οδός, αριθμός. Τέλεια! Εδώ άρχιζε ο ρόλος του Νικόλα  που εμφανίστηκε, το άλλο πρωί,  η αθωότητα προσωποποιημένη,  να παραδώσει το πορτοφόλι. Το είχε βρει πεταμένο στην Ερμού. Η κυρία έκανε σαν τρελή από τη χαρά της όταν είδε το ανέπαφο περιεχόμενο, έπλεξε το εγκώμιο της εντιμότητάς του που είναι σπάνια στις μέρες μας, μονολογούσε για την απροσεξία και την αφηρημάδα της, που κάποια μέρα θα την πλήρωνε ακριβά, μα ευτυχώς για σήμερα την είχε γλυτώσει χάρη σ’ αυτό το γλυκό παιδί  και, ξεπροβοδίζοντάς τον, τού έδωσε ένα δεκάρικο για χαρτζιλίκι. Η λεία ήταν ένα τάλιρο για τον καθένα.
Γέλασε τρανταχτά καθώς κατέληγε: 
-Τη σκρόφα! Η επίσημη αμοιβή είναι 10%. Ένα πενηντάρικο έπρεπε να τού δώσει, αλλά πού να βρεις το δίκιο σου σ’ αυτόν τον άδικο κόσμο;
Τώρα μπορούσε ν’ αγοράσει το βιβλίο, να διάβασει τη “Σφραγίδα”, να μαγευτεί, να  χάσει τον ύπνο του και ν’ αρχίσει την μυστική συνομιλία με τον ποιητή. 
 
Τον κοιτούσε άφωνη. Η αφήγησή του ξεδίπλωνε μπροστά της ένα ξεχωριστό κόσμο. Ένα κόσμο ζωντανό με φαντασία που παλλόταν, ένα κόσμο που χωρούσαν οι ευρηματικοί, οι ριψοκίνδυνοι, οι πολυμήχανοι, οι τολμηροί, οι εφευρετικοί, αυτοί που δεν θα δίσταζαν να κάνουν σχεδόν έντιμες κομπίνες, αυτοί που δεν θα είχαν ενδοιασμούς προκειμένου να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους, χωρίς όλα αυτά να τους κάνουν αλήτες. Η σύγκριση ήλθε αναπόφευκτη: τι θα έκανε εκείνη αν χρειαζόταν οπωσδήποτε ένα τάλιρο; Το πιο πιθανό ήταν να μην της συνέβαινε ποτέ. Είχε αποκτήσει κι όλας τη σύνεση να προσαρμόζει τις ανάγκες στα χρήματά της και όχι το αντίστροφο. Στην απίθανη περίπτωση, όμως, που αντιμετώπιζε μια τόσο πιεστική ανάγκη το μόνο που θα μπορούσε να σκεφτεί ήταν να περπατήσει τέσσερις φορές με τα πόδια ως το σπίτι, για να εξοικονομήσει το αντίτιμο των εισιτηρίων του αστικού. Κοινότοπο μέχρι αηδίας! Από την άλλη, ούτε τον Σαχτούρη ούτε τη “Σφραγίδα” είχε ακούσει ποτέ, όμως ντρεπόταν να το παραδεχτεί και κουνούσε το κεφάλι καταφατικά, συμφωνώντας τάχα με την αισθητική αξία του ποιήματος. Στην πραγματικότητα το μυαλό της δεν μπορούσε να χωρέσει πώς σπαταλούσε τον πολύτιμο χρόνο του με κάτι που δεν ήταν άμεσα αξιοποιήσιμο. Τι στο καλό, είχε κι εκείνος να αντιμετωπίσει τις ίδιες εξετάσεις. Πώς μπορούσε να αναλώνεται και να πολυδιασπάται έτσι; Τότε ξεπετάχτηκε σαν πίδακας εκείνη η λέξη που από μόνη της έφτανε και περίσσευε να χαρακτηρίσει το χάος που τους χώριζε: ασύμμετροι.
 
Κόντρα στις ασυμμετρίες και τις ασυμβατότητες, το περιστατικό αυτό εξέλιξε τη σχέση τους ένα βήμα παραπέρα. Τώρα – χωρίς να πάψουν να ασχολούνται με προβλήματα μαθηματικών – οι συνομιλίες τους επεκτάθηκαν και σε άλλα θέματα. Της εκμυστηρεύτηκε τα όνειρά του: ήθελε να σπουδάσει Φυσική. Για μια ακόμη φορά την βρήκε απροετοίμαστη. Ώστε δεν στόχευε στο Μετσόβιο; Τι τουμπάρισμα ήταν πάλι αυτό; Εκείνη, με μικρότερες δυνατότητες, ονειρευόταν τον επίζηλο τίτλο της φοιτήτριας του Πολυτεχνείου που είχε λάμψη και κύρος κι εξασφάλιζε λαμπρή επαγγελματική σταδιοδρομία. Κι εκείνος, που μπορούσε να κάνει περίπατο την επιτυχία στο νεοκλασικό της Πατησίων, έλεγε πως είχε αποφασίσει να μην γίνει τεχνικός, αλλά θεωρητικός επιστήμονας. Πως δεν ήθελε να χρησιμοποιεί τις γνώσεις των άλλων, αλλά να ανοίγει δικούς του δρόμους στην επιστήμη. 
-Είμαστε προνομιούχοι που όλη η πανάρχαια γνώση είναι γραμμένη στη γλώσσα μας. Δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε  τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, να τους αφήσουμε να μας εμπνεύσουν κι εμείς θα πάμε την επιστήμη ένα βήμα παραπέρα χωρίς να το πολυκαταλάβουμε. Σκέψου πόσοι σύγχρονοι επιστήμονες μαθαίνουν ελληνικά για να μπορούν να διαβάζουν από το πρωτότυπο”. 
Της άρεσε να τον ακούει να μιλάει με πάθος για τις απόψεις του, μα τα δικά της σχέδια ήταν παγιωμένα – είχαν φροντίσει άλλοι γι αυτό. Ονειρεύτηκε, ωστόσο,  την πιθανότητα να γίνουν συμφοιτητές – εκείνος από επιλογή, εκείνη από ανάγκη. Και το όνειρο έγινε και δεν έγινε πραγματικότητα.
 
Συνεχίζεται…

Γιούλια Ολόμπλαβα

Advertisements