γραφει ο αρισταρχος

ghostΠέθανε ο γέρος και δεν είχε κανέναν κοντά του εκτός από αυτόν τον… άσχετο. Τα τέσσερα παιδιά του αφού πήραν το σπίτι και κάτι χιλιάρικα από την τράπεζα χωρίς να δώσουν δεκάρα για τα έξοδα της κηδείας στον άσχετο χάθηκαν πάλι στην… Αλάσκα να ψάχνουν για χρυσό. Και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν να τον ανάψουν ένα κερί. Όπως στρώνεις κοιμάσαι σ’ αυτόν τον άχαρο ντουνιά. Και μην νομίσει κανείς πως αυτά, τα παιδιά, θα έχουν καλύτερη τύχη. Όπως είπαμε ότι δίνεις παίρνεις.

Αυτός όμως ο άσχετος αφού τούκανε όλα τα χαΐρια και τα πρέποντα από εξόδιο μέχρι μακάριο βάλθηκε κατά το έθιμο να του ανάβει και το καντηλάκι, στο σπίτι του πριν καταφτάσουν οι… Αλασκινοί μετά από ένα χρόνο θανάτου του πατρός. Κάθε φορά που έμπαινε στο  σπίτι έπιανε μια περίεργη μυρουδιά θαρρείς από επέκεινα μεριά. Η αλήθεια είναι πως αγριεύονταν λίγο αλλά το πάλευε, για το αντέτι που λέμε. Έτσι την δέκατη ημέρα από θανάτου του γέρου ανέβηκε πάλι γέμισε το τεράστιο καντήλι με αγνό παρθένο ελαιόλαδο και κείνο έφεξε την φωτογραφία του εκλιπόντος για να μην φοβάται εκεί στα μαύρα σκοτάδια. Έκανε και τον σταυρό του και πέταξε ένα “ο Θεός να σε συγχωρέσει” και ετοιμάστηκε να φύγει. Πάντα βέβαια άφηνε την εξώπορτα ανοικτή για τον φόβο των Ιουδαίων. Και τότε…

Ένιωσε την παρουσία του έντονα. Τον “είδε” να μπαίνει στο σπίτι αναμαλλιασμένος, σκυφτός, τρελαμένος θαρρείς και μόλις σηκώθηκε απ’ το κασόνι και ακόμα δεν είχε καταλάβει τι του συνέβαινε. Η πόρτα έκλεισε πίσω του με δύναμη ρίχνοντας τόνους αδρεναλίνης σε όλο το κυκλοφορικό του σύστημα και εκείθεν στον εγκέφαλο για ν’ αρχίσουν τα τρέμουλα και οι εφιδρώσεις. Ο εκλιπών έκανε ένα γύρω στο σπίτι και πέρασε μέσα από το σαλόνι για να ρθεί πίσω από τον άσχετο. Κι αυτός τον “έβλεπε” που ήταν τρελαμένος γιατί του παραβίασαν την προσωπική του φωλιά. Πάγωσε και δεν κουνιόταν μυς επάνω του παρά μόνο η βασιλική φλέβα που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά κρεσέντο σαν ατμομηχανή στην κατηφόρα, από την υπεράντληση αίματος. Ξαφνικά τον έπιασε πανικός, φουρτούνιασε σαν μαύρος ουρανός ακριβώς πάνω στην εκκίνηση της καταιγίδας. Θόλωσε το μυαλό και το μόνο που ακούστηκε μέσα του και αντήχησε από το μετωπιαίο οστό μέχρι τις φτέρνες του ήταν μια κραυγή απόγνωσης “φύγε! Φύγε θα σου κάνει κακό” Όλα σταμάτησαν με μιας και ο οργανισμός του μπήκε σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού. Εδώ η λογική παύει και μαζί της όλα. Νόμοι, κανόνες. Μόνο ένας στόχος, η επιβίωση.

-Πάτερ, μπορώ να σας δω λιγάκι;

-Καθίστε εκεί στην καρέκλα να ετοιμάσω για την κυρία μια απόδειξη και θα σας δω.

Χοντρούλης με καλοκάγαθο πρόσωπο και σγουρά μαύρα κορακάτα μαλλιά ο ιερωμένος σου ενέπνεε εμπιστοσύνη και προθυμία να πεισθείς. Τον παρατηρούσε προσεκτικά χωρίς να το δείχνει και σκεπτόταν πόσο θάπρεπε να το θέλει κάποιος για να απαρνηθεί την εκοσμίκευση ή έστω μέρος της. Αν και πάντα πίστευε πως ο ιερέας έπρεπε να είναι ένας μαχητής της κοινωνίας. Ένας Θείος τοποτηρητής εφαρμογής των εντολών του Θεού. Και όταν λέμε εντολή σημαίνει πως δεν χωράει εξαίρεση στον κανόνα. Δηλαδή παράθυρα, παραθυράκια και τρύπες όπως στους νόμους για να παραβιάζονται. Βέβαια υπάρχουν οι δικαστές για την ορθή εφαρμογή των νόμων αλλά και το αντίδοτο οι δικηγόροι και το παραντίδοτο ο Άρειος Πάγος και το υπεραντίδοτο οι Παρ’ Αρείω. Κι εδώ μπαίνει η πεμπτουσία της δημοκρατίας γεννημένη στην μοναδική χώρα που την παραβιάζει… νόμιμα και ασύστολα. Σε περίπτωση ισοψηφίας του δεκαμελούς η ζυγαριά να γέρνει υπέρ του κατηγορουμένου. Τι Θεϊκό μεγαλούργημα που λύθηκε πιο πολιτικάντικα με την διπλή ψήφο του προέδρου. Ελλάς εδώ, όχι παίζουμε. Με νόμους αστραπή μιας ημέρας, ώρας, νύχτας, υπουργικές πράξεις αλλά και με πληθώρα αιρέσεων. Εκείνο το περίφημο “…εκτός των περιπτώσεων της παραγράφου…” μπλα μπλα(άντε να βρεις) ή συνοπτική και δυσνόητη αναφορά κατά τέτοιο τρόπο που να αφήνει ότι ερμηνεία ο κάθε περί των νόμων “σοφός” βλέπει. Και ουαί τοις χρείαν τοιούτων έχει. Κοινώς την έκανε… ζάντα(όπως λέγεται τελευταία στην πιάτσα)

Τάβλεπε λοιπόν ο άσχετος όλα αυτά περί της ενασχόλησης του παπά σαν μια μεγάλη αγάπη που χωρίς αυτή δεν μπορούσε να γίνει τίποτε. Τέτοιοι ιερωμένοι ήσαν όλοι όσοι ενέπνευσαν την αγάπη για τον άνθρωπο, την πατρίδα, την ελευθερία. Και το πλήρωσαν γιατί σουβλίστηκαν και κρεμάστηκαν από τα γένια και ατιμάσθηκαν και τυραννίστηκαν. Και άξιζαν. Άμα το πράγμα γίνεται εγκεφαλικό τότε όλα παίρνουν την σωστή τους θέση στην Ανθρώπινη αξία. Ότι σκέπτεται και δρα κάτω από το λαιμό έχει σαν κίνητρο την απόλαυση – το δόλωμα. Την τυραννία – το δόλωμα. Εκτεθειμένα στα χέρια και τις ορέξεις του κάθε επιτήδειου. Έλα όμως που τα κεφάλια πάνε ασορτί με το υπόλοιπο σώμα και όχι τύπου Loveless στο Wild Wild West. Δεν πήγε όμως παρακάτω. Κατέρρευσε όλο το οικοδόμημα της σκέψης του αυτοστιγμεί με την ζεστή και ήρεμη φωνή του ιερέα.

-Παρακαλώ ορίστε. Του έτεινε το παχουλό του χέρι χαμογελώντας.

Τόπιασε απαλά και τόφερε στα χείλια του χωρίς να τ’ ακουμπήσει. Από μικρός τόχε μάθει μόλις έβλεπε παπά να τρέχει να του φιλήσει την ανάστροφη της παλάμης. Έβλεπε τα προσφυγάκια που πρώτα τόβαζαν στο μέτωπο κι ύστερα στα χείλια και τόκανε κι αυτός. Αργότερα τούπαν πως ήταν Τούρκικο χούϊ και τόκοψε. Τ’ άσπρα και καθαρά του χέρια με τα καλοκομμένα νύχια μοσχοβολούσαν λιβάνι και θυμιάμα. Ένιωσε την μυρουδιά τους να του διαπερνά τους οσφρητικούς με στόχο το κέντρο του εγκεφάλου του. Δεν την αντέχουν όλοι αυτή την μυρουδιά που θυμίζει πεθαμένο σε κάσα αλλά αυτός, ο άσχετος, ήταν εθισμένος από τότε που μικρός χώνονταν στην εκκλησία για να κάνει το εξαπτέρυγο και να βοηθάει. Και τώρα που το θυμήθηκε , ο χαζούλης εκεί της παρέας κάηκε από το καρβουνάκι του θυμιατού την ώρα που τόδινε στον παπα-Γιώργη και όρμηξε απ’ την ωραία πύλη στον  κόσμο φωνάζοντας “καιόμεθα, καιόμεθα!” Κόντεψε να κάψει και την εκκλησιά.

-Πάτερ, την ευλογία σας

-Είστε καλά; Σας βλέπω λίγο προβληματισμένο. Τελευταία αν εξαιρέσεις την κηδεία του γέρου δεν σε βλέπουμε συχνά. Τι τρέχει;

Άρχισε να του εξιστορεί με λεπτομέρειες αυτό που του συνέβη. Ο πάτερ τον άκουγε με πολύ προσοχή αλλά και με πλήρη απάθεια χωρίς να δίνει κάποιο δείγμα απόρριψης ή αποδοχής. Κι αυτό του χαλούσε τον οίστρο της διήγησης. Κάποτε τα κατάφερε και τέλειωσε.

-Τι λέτε πάτερ; Μ’ έβαλε στο μάτι ο σχωρεμένος;

-Ο νεκρός τώρα τοποθετήθηκε από τον Θεό σε κάποιο σημείο και δεν έχει μαζί μας καμιά δουλειά. Αυτός που κάνει αυτά τα πράγματα είναι ο εξ-αποδώ. Να προσέχεις και να προσεύχεσαι.

Τάπε με τέτοια βεβαιότητα λες και τάζησε.

-Μα καλά σαράντα μέρες δεν γυρνάει η ψυχή του εδώ γύρω από τα μέρη που έζησε. Διάβασα πως την τεσσαρακοστή μέρα διαχωρίζεται έτσι βίαια πάλι και η ψυχή από το πνεύμα και τότε φεύγουν οριστικά για άγνωστα μέρη. Τάλεγε και ούτε τα πίστευε αλλά ήθελε να κάνει εξυπνάδες στον ιερέα ότι δήθεν τάχαμου ήξερε πολλά πράγματα γύρω από το θέμα. Ο ιερέας όμως δεν τσίμπησε. Νούμερα σαν κι αυτόν έβλεπε όλη την μέρα. Σηκώθηκε, δείγμα ευγενικού διωγμού, και τον χτύπησε απαλά στην πλάτη.

-Πήγαινε και να μην φοβάσαι να λες το πάτερ ημών… .

-Να κάναμε πάτερ και κανένα ευχέλαιο; Τι λες;

-Θα γίνει κι αυτό αργότερα, άντε στο καλό.

Βγήκε από την εκκλησία όπως μπήκε. Τίποτε παραπάνω εκτός του ότι στην υπόθεση αυτή έβαλε ο παπάς και τρίτο πρόσωπο, τον εξ-αποδώ. Τώρα όμως τα πράγματα έπαιρναν άλλες διαστάσεις. Γινόταν πιο απόκοσμο και οι δυνάμεις όχι ίσες. Αυτός δεν τον έβλεπε καν τον “άλλο” γιατί ήταν αόρατος. Αμ έτσι πώς να αγωνιστείς. Με τι όπλα. Την αγάπη και τα θυμιατά;

Ρώτησε, έμαθε, του είπαν πως σε μια άλλη εκκλησία είχε ένα παπά που έκανε τέτοια. Καθάριζε με ένα ευχέλαιο τον τόπο από κακά και ακάθαρτα πνεύματα. Δεν το σκέφτηκε καθόλου πήρε το σαρκίο του και πήγε τον βρήκε. Το και το, τάπε πάλι απ’ την αρχή. Μόνο που ο ιερέας όση ώρα τον άκουγε έκανε γκριμάτσες ανάλογα με το χρώμα των γεγονότων. Σημάδι πως όσα άκουγε τα ζούσε κιόλας. Άλλο τόσο ο άσχετος έπαιρνε δύναμη και θάρρος και δώστου η ιστορία μεγάλωνε και θέριευε με αποκορύφωμα την ατάκα του ιερέα.

-Θα τον εκπαραθυρώσομεν!

-Ποιόν πάτερ;

-Μα τον… σατανάν!

-Κι ο άλλος; Ο γέρος;

-Αυτός απέθανεν βρε παιδί μου. Αναχώρησε εις τας αιωνίους μονάς εις τόπον χλοερόν ένθα απέδρα κάθε οδύνη και στεναγμός παν… . Ξεχάστηκε κι συνέχισε το τροπάρι της εξόδιου λειτουργίας.

Τον άφησε χωρίς κουβέντα και γύρισε στο σπίτι του. Στο σπίτι του γέρου πήγε άλλη μια φορά με παρέα(πού μόνος!) και δεν ξαναπάτησε το πόδι του.

Αν περάσετε και δείτε τίποτα σκιές στο σπίτι του γέρου μην φοβηθείτε. Γέμει η κοινωνία μας φαντασμάτων από απλών ανθρώπων έως πολιτικών τοιούτων. Και σεις καλού κακού ρίχνετε κι από κανένα ευχέλαιο να φεύγουν τα παγανά και μην επαναπαύεστε ότι την έκαναν με τον νέο χρόνο. Εδώ είναι και σιγοπριονίζουν 364 ημέρες τον χρόνο τις καρδιές μας, την αγάπη μας, τις σχέσεις μας, την υπομονή μας αλλά και τα σεντούκια μας. Άαα ρε, πως το ξέχασε…

Το φραγγέλιο, το φραγγέλιο!

Advertisements