skoynaγραφει ο αρισταρχος

Μια φορά και έναν καιρό σε μια πόλη μαγική ζούσε ένας νέος που ποτέ του δεν πίστεψε στον Άγιο Βασίλη. Και ίσως να είχε δίκαιο αφού από τότε που έμαθε να ζωγραφίζει γράμματα είχε στείλει ένα σωρό με παραλήπτη πάντα Κον Άγιον Βασίλη. Και επειδή ήταν πολύ φτωχό πάντα τα γράμματά του είχαν τις λέξεις κλισέ, δουλειά στον πατέρα ευτυχία στην μαμά και μια βαρκούλα σ’ αυτόν. Πέρναγαν οι γιορτές κι ο μπαμπάς πάλι ήταν χωρίς δουλειά και η μανούλα πάλι δυστυχισμένη αφού δεν είχε να ταΐσει το παιδάκι της. Κι αυτό κατέφευγε πάλι να ξεφλουδίζει πεύκα και να κάνει με τι φλούδες βαρκούλες και καραβάκια που τόσο αγαπούσε.

Έτσι πέρναγαν τα χρόνια μέχρι που κάποια πρωτοχρονιά σταμάτησε να γράφει γράμματα για δυό λόγους. Πρώτα πρώτα είχε απογοητευτεί και δεν πίστευε πια ότι υπάρχει αυτός ο Άγιος. Τους τόπε και η δασκάλα στο σχολείο πως απλά επρόκειτο για κάποιον Άγιο που μοίραζε σε κάποιο κοινόβιο στα πρώτα Χριστιανικά χρόνια τις προσφορές από χρυσά μέσα σε πίτα. Έτσι έμεινε και το έθιμο της Βασιλόπιτας. Και ύστερα μεγάλωσε πια και οι μεγάλοι δεν πιστεύουν σε τέτοιες “σαχλαμάρες”.

Το παιδί έγινε καπετάνιος σε μεγάλα καράβια που ταξίδευαν  στις μακρινές θάλασσες κουβαλώντας πετρέλαιο από λιμάνι σε λιμάνι. Μόλις έγινε τριάντα πέντε χρονών παντρεύτηκε και πήρε την γυναίκα του στα καράβια. Όλα πηγαίναν καλά και όπως τα είχαν σχεδιάσει ώσπου μια μέρα έμεινε έγκυος η γυναίκα του και έκανε ένα όμορφο αγοράκι. Έτσι επανασχεδίασαν τα δύο επόμενα χρόνια νάναι και τα τελευταία στην θάλασσα. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από δύο χρόνια βγήκαν στην στεριά και με τα λεφτά που είχαν κάνει αγόρασαν ένα σπίτι στην παραθαλάσσια πόλη που γεννήθηκε. Αγόρασε και ένα κότερο που το ναύλωνε σε μεγάλα ξενοδοχεία και δούλευε πάλι με την θάλασσα που αγαπούσε και δεν έλειπε και πολύ καιρό από το σπίτι.

Τέλος Φθινοπώρου τόβγαζε πάντα από την θάλασσα σ’ ένα καρνάγιο για συντήρηση και ξεχειμώνιασμα. Έτσι είχε όλο τον χρόνο δικό του ν’ ασχολείται με τον γιό του και το σπιτικό του. Κόντευαν Χριστούγεννα και η μάνα αναγκαζόταν να γράφει με τον μικρό της γιό τα γράμματα στον Άγιο Βασίλη για κανένα δωράκι κρυφά από τον πατέρα γιατί αν το μάθαινε αλίμονό τους. Δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα γι αυτό το πράγμα.

Τα χρόνια περνούσαν από πάνω τους με διαφορετική ταχύτητα για τον καθένα. Τα παιδιά δεν ασχολούνται καν μαζί του. Οι νέοι χάνονται στο κυνήγι καριέρας και φωλιάς για να στεγάσουν νεοσσούς και οι μεσήλικες πάνω στην κάψα της δουλειάς και την επιβίωση της οικογένειας τον ξεχνούν και μόνο οι γέροι τον μετρούν όπως τις χάντρες στο κομπολόι τους. Εκεί ο χρόνος είναι αδυσώπητος αλλά περνάει πολύ πιο αργά απ’ ότι στις νεότερες ηλικίες. Έτσι οι νέοι έγιναν γέροι κι ο γιος του στιβαρό παλικάρι για να διαχειρίζεται του πατέρα τις δουλειές και τ’ αρμυρά δοιάκια από τα σκάφη τους.

Καλός ο καιρός και σταθερός αυτή την εποχή έστερξε για ταξίδια θαλασσινά. Και αυτό το ναύλο που βγήκε με μια παρέα τρία άτομα για Σποράδες δεν τόχασε. Έφυγαν το βράδυ πριν την παραμονή για ψάρεμα ολονύκτιο και θα γύριζαν ακριβώς το απόγευμα της παραμονής. Ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα της παραμονής και ξεχύθηκαν παιδιά και μεγάλοι για τα κάλαντα. Για να προϋπαντήσουν τον νέο χρόνο που έρχονταν με υποσχέσεις για καλή και μακροχρόνια ζωή αλλά και με πολλά κέρδη. Όλα σε υπερθετικό βαθμό.

Το σπίτι στολισμένο και μοσχομυριστό από όλα τα καλούδια των ημερών. Πολύχρωμα λαμπιόνια σε μοναδικούς συνδυασμούς έριχναν περίεργες σκιές μόλις δονούνταν από αγνές φούσκες Μπαχ και βιολιστικά καπρίτσια Παγκανίνι. Το τραπέζι στρωμένο στ’ άσπρα με πιάτα πορσελάνης και κρυστάλλινα ποτήρια όλα αγορασμένα από μακρινά μέρη από τότε που ταξίδευε με τον άντρα της.  Δυό άσπρα κηροπήγια σκανδαλίζονταν κάνοντας οι φλογίτσες τους διάφορες χορευτικές κινήσεις κι άλλοτε σοβαρές θαρρείς και μάκραιναν για να φτάσουν όσο πιο ψηλά μπορούσαν. Κι αν ήσουν, λέει, αγνός και καθαρός μπορούσες να δεις μέσα τους πως πετούσαν οι άγγελοι γύρω από το έλκηθρο του Ά¨-Βασίλη ενώ έτρεχαν να μοιράσουν τα παιχνίδια και τα όμορφα όνειρα σ’ όλα τα παιδάκια που είχαν γράψει γράμμα.

Με τα χεράκια του στο πιγούνι του ο μικρός εγγονός έβλεπε την φλόγα τους και προσπαθούσε να ξεχωρίσει αυτά που διάβασε σε ένα παραμύθι. Και θα έπαιρνε όρκο πως σε κάποια στιγμή σαν να είδε τους αγγέλους. Αναρωτιόταν αν ο Άγιος Βασίλης θα του έφερνε το δώρο που έγραψε με την γιαγιά κρυφά από τον παππού. Ένα καραβάκι, μια σκούνα με κατάρτια, πανιά, ξάρτια, φλόκο, αράπη, μπρούλια και μπιγότες, στράλια και ξαρτόριζες κι ότι άλλο χρειαζούμενο. Μια κανονική σκούνα με τα όλα της. Φτιαγμένα όλα στο χέρι από μερακλήδες παλιούς καλλιτέχνες ναυτικούς. Ύστερα θα την έριχνε με τον παππού στα νερά να δει αν ήταν ικανή για μεγάλα ταξίδια. Έκλεισε τα ματάκια του και τα είδε όλα με μιας. Τον παππού στο τιμόνι κι αυτός να τρέχει πάνω κάτω σε κάθε εντολή του καπετάνιου.

Το όνειρο κόπηκε εκεί όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο βοηθός του γιού του στην δουλειά. Σηκώθηκε λέει καιρός και έχασαν επαφή με την “Σμηλεμένη” κάπου εκεί στην κυρά-Παναγιά κοντά που ψάρευαν. Πάνε εδώ και τρεις ώρες. Αναστατώθηκαν όλοι τους και άρχισαν τα τηλέφωνα και η αγωνία η οποία κορυφώνονταν όσο περνούσε η ώρα. Κάποια στιγμή ο γέρος πήρε μάτι τον μικρό που με τα χέρια ενωμένα έκανε κάτω από την εικόνα της Παναγιάς την προσευχή του. Και ύστερα τον άκουσε να λέει στην γιαγιά του. “Ζήτησα από την Παναγία να πει στον Άγιο Βασίλη, γιαγιά, αντί για δώρο το καραβάκι που ζήτησα να μου φέρει τον μπαμπά μου. Είμαι σίγουρος θα μ’ ακούσει ”. Εκείνος, ο παππούς, σηκώθηκε επάνω φανερά εκνευρισμένος από την κατάσταση με τον γιό του και όρμηξε στον μικρό “Τι Άγιους Βασίληδες και κουραφέξαλα είναι αυτά που λέτε”.

Τότε χτύπησε το τηλέφωνο να τον ενημερώσουν πως  το σκάφος βούλιαξε αλλά όλους τους έσωσε ένα Ρωσικό εμπορικό που περνούσε κοντά. Το “санта-клаус “. Και τώρα κατευθύνονταν προς την πόλη τους. Έγιναν οι κατάλληλες κινήσεις και το βράδυ πριν την αλλαγή του χρόνου ο γιος του ήρθε στο σπίτι. Αγκαλιές , φιλιά, κλάματα για την καλή έκβαση. Και κει πάνω στο γύρισμα του χρόνου ο μικρός λέει στον πατέρα του.

-Εγώ πατέρα ζήτησα από τον Άγιο Βασίλη αντί για το δώρο να μου φέρει εσένα. Και κείνος μούκανε το χατίρι και μούφερε εσένα αλλά και το δώρο που ζήτησα. Δηλαδή το έφερε ο παππούς. Τι νόμισες παππού, δεν σε είδα που τόφερνες; Για χαζό μ’ έχεις;.

-Μα εσύ βρε το ζήτησες από τον Άγιο Βασίλη, όχι από μένα.

-Ναι αλλά η κυρία μας είπε πως ο Άγιος Βασίλης βρίσκεται μέσα μας κι αν ζητήσουμε κάτι με την καρδιά μας το στέλνει με δικούς μας ανθρώπους. Παππού ξέρεις πως έλεγαν το Ρωσικό πλοίο που μας έφερε τον μπαμπά; Santa  Klaus! Άγιος Βασίλης.

Εδώ τελείωσε το παραμύθι που τόχουμε όλοι ανάγκη μικροί και μεγάλοι. Δεν ξέρω αν έζησαν καλά γιατί εμείς δεν ζούμε καλύτερα όταν υπάρχει έστω και ένας συνάνθρωπός μας που δεν έχει να φάει και να κοιμηθεί. Που δεν έχει ανθρώπους να νοιαστούν για αυτόν. Οι μέρες είναι της αγάπης.

Ας ελπίσουμε να μας λυπηθεί ο Θεός για την καινούρια χρονιά και να δώσει τα φτερά που λείπουν από την πατρίδα μας για να πετάξει εκεί που αξίζει. Καλή χρονιά     

Advertisements