γραφει ο αρισταρχος

sadΠάντα από παιδί ήθελα να γράψω ένα γράμμα σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο. Τα γράμματα στο Άϊ-Βασίλη ξέραμε πως τα γράφαμε προς τον εαυτό μας ή άντε σε καλύτερη περίπτωση τόπαιρνε κρυφά ο πατέρας για την μαγεία της χρυσόσκονης των εορτών. Και είχε μαγεία το κλέψιμο στα κουλουράκια που έκανε -όχι αγόραζε- η μαμά. Τα κάλαντα από τις έξη το πρωϊ κι ας ήταν το φιλοδώρημα ένα… μανταρίνι. Τα χρόνια πολλά, μπορεί και με καμιά βασιλόπιτα παρέα, στο σπίτι της νουνάς. Η ανυπέρβλητη μυρουδιά από τα τσουρίκια που ψήνονταν, η θεία κατάνυξη. Κι ας είμασταν φτωχοί και όλα μετρημένα από το ψωμί μέχρι το κρέας. Από τα ρούχα μέχρι τις οικοσκευές. Και από την εξομολόγηση –τι αμαρτίες είχαμε σαν παιδιά;- . Μας έλεγαν οι μεγαλύτεροι με πονηρά γελάκια “πες πως κάνεις σωματική κατάχρηση” και μεις το λέγαμε και δεν είχαμε ιδέα τι λέγαμε. Μέχρι την θεία μετάληψη.

Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε Χριστουγεννιάτικα αλλά νά, ήθελα να γράψω ένα γράμμα (η παλιά μου επιθυμία) προς ένα μεγάλο, ίσως το μεγαλύτερο πρόσωπο, και να του πω αυτά που ξεχυλίζουν και χύνονται και με πνίγουν. Είναι ο πόνος για ότι βλέπω ότι ακούω ότι νιώθω. Είναι η ντροπή ν’ ακούω  τα κάλαντα από έναν εξηντάρη με τα χέρια να τρέμουν από το Πάρκινσον με μοναδικό σκοπό το ένα ευρώ! Είναι η ενοχή που νιώθω μπροστά στο ταμείο με περισσότερα και επώνυμα ψώνια από τους άλλους που τα κοιτούν πεινασμένα. Είναι  η στεναχώρια στην μάνα με τα τρία παιδιά που δεν είχα να της δώσω πάνω από ένα ευρώ.

Νιώθω σαν εκείνους τους παίχτες ενός Γιαπωνέζικου παιχνιδιού που πατούν σε νησίδες και δεν ξέρουν πια είναι η κούφια που θα τους στείλει στο νερό κι εμένα στον αφανισμό. Φταίει η μετακίνηση των μαγνητικών πόλων, οι ηλιακή έξαρση, οι πλανήτες Χ που δεν υπήρξαν ποτέ, οι εξωγίηνοι που δεν έφτασαν ποτέ; Κάτι φταίει,  για το Θεό. Κάτι που μας γέμισε λύπη, πόνο. Δεν είναι αυτά τα Χριστούγεννα των Ελλήνων που ξέρω. Δεν είναι αυτός ο γείτονας που ήξερα. Μεταλλικά κουτιά πάνω σε ρόδες σαν πανοπλίες που τρέχουν ασταμάτητα χωρίς καμιά επαφή. Το πολύ πολύ μια μούντζα σ’ αυτόν που έκανε την γκέλα ένα σβήσιμο της μηχανής το κλείσιμο μιας πόρτας και ύστερα… ταφική ησυχία. Μόνο λαμπιόνια τυλιγμένα στο σίδερο απ΄τα μπαλκόνια ψυχρά και μόνα ν’ αναβοσβήνουν.

Θέλω να βγω έξω να συχνωτιστώ με τους απλούς ανθρώπους.

Να τους μιλήσω, μα κανείς δεν θα σταθεί να μ’ ακούσει με τα τόσα προβλήματα που έχει.

Να τους χαμογελάσω, μα θα με πάρουν για τρελό. Ποιός χαμογελάει σήμερα.

Να τους γνωρίσω, μα ποιος άραγε έχει τέτοια σκοτούρα για νέες γνωριμίες.

Να τους προσφέρω ένα καφέ λίγη αγάπη, μα ούτε φτάσημο δεν υπάρχει που το περίσσευμα.

Ήθελα να γράψω ένα γράμμα σε κάποιον από αυτούς τους μεγαλόσχημους και να τους πω… . Σαν χαστούκι ανεβαίνει η φωνή. Άσε,  ποιός θα σ’ ακούσει; Ποιός θα σε διαβάσει; Νομίζεις ο ήχος, τα γράμματα φτάνουν τόσο ψηλά; Το πολύ πολύ να σε διαβάσει μια πονεμένη τα ίδια με σένα ψυχή. Και θάσαι τυχερός και ‘βλογημένος αν τον κάνεις να χαρεί.

Έχασα την ταυτότητά μου και μέσα κάποια όνειρα

Έχασα την ψυχή μου και μέσα κάποια ιδανικά

Παρακαλείται όποιος τα βρει να τα μοιράσει

Είμαι χαρούμενος που μούμεινε η ανθρωπιά

Ήθελα ένα γράμμα να γράψω…, άστο. Ποιός θα το διαβάσει;

Advertisements