fugaτης Ρένας Ραψομανίκη

Με την Αίγλη συγκατοικήσαμε από την πρώτη μέρα στο πρώτο θρανίο της αριστερής πτέρυγας και δεν αργήσαμε να γίνουμε κολλητές. Μαζί συνηθίζαμε να σχολιάζουμε συμμαθητές και καθηγητές: τα μάτια του ενός, το ύψος του άλλου, η φωνή του τρίτου, η εξυπνάδα του Κώστα, η βραδυγλωσσία του Αλέκου, το ντύσιμο του Νικόλα… Αποδείχτηκε πως είμαστε γενικά ταιριαστές ,διαφωνούσαμε  όμως μέχρις εσχάτων στο θέμα του Μιχαλιού· του ωραίου Μιχαλιού του τελευταίου θρανίου.

Εγώ, μαζί με τον υπόλοιπο θηλυκό πληθυσμό της τάξης, μέλωνα στη θωριά του. Μόνο ένας τυφλός θα προσπερνούσε αδιάφορος την αρμονία των  χαρακτηριστικών στο πρόσωπο,  τη λεβεντιά στο παράστημα, τον αέρα του αθλητή στην περπατησιά, τις αρρενωπές και  παιδιάστικες συνάμα χειρονομίες. Δεν ήταν εύκολο να τον κοιτάξεις κατάματα χωρίς να θαμπωθείς από την ακτινοβολία των χρυσών  ίριδων, χωρίς να λιγωθείς από τη  γλύκα του μελένιου βλέμματος, χωρίς να νιώσεις φορτική την ανάγκη να χαμηλώσεις τα μάτια μήπως και ζαλιστείς από τον ίλιγγο τόσης ομορφιάς. Τα χείλη -όχι πολύ σαρκωμένα αλλά ζωγραφισμένα από καλλιτέχνη που ‘χε έμπνευση- όταν σφίγγονταν μαρτυρούσαν μια  κρυμμένη αποφασιστικότητα, μα όταν χαλάρωναν καθρέφτιζαν μια τρυφερότητα εξ ίσου καλά κρυμμένη. Η μαγεία του χαμόγελου σε έκανε να θέλεις να γελάς χωρίς να ξέρεις το γιατί. Όλοι ντυνόμασταν πρόχειρα από ανάγκη, ο συγκεκριμένος όμως είχε ένα λόγο παραπάνω: δεν χρειαζόταν υποστήριξη από τα ρούχα, το ήξερε και το έκανε άποψη. ”Ανοίγω την ντουλάπα κι αρπάζω ό,τι βρω”, κοκορευόταν.  Η αυτοπεποίθησή του φώναζε από μίλια μακριά.

Μα εκείνο που έκανε την ομορφιά του Μιχαλιού μοναδική, που ήταν ανεπανάληπτα δικό του, που αποτελούσε την προσωπική του σφραγίδα, ήταν η κοντυλένια  μύτη του. Μια μύτη κομψοτέχνημα που το πρόπλασμα της θα έμπαινε χωρίς δεύτερη συζήτηση σε μουσείο με σπάνια αντικείμενα. Μια μύτη με την μαρμαρένια τελειότητα αρχαιοελληνικού αγάλματος. Μια μύτη που θα λειτουργούσε σαν πρότυπο-κράχτης σε καταλόγους πλαστικών χειρουργών πολύ αμφιβάλω όμως αν το νυστέρι θα κατάφερνε να την υλοποιήσει. Μια μύτη που ξεφύτρωνε μαλακά κάτω από το μεσόφρυδο κι ενώ προχωρούσε αγέρωχα ολόισια,  χωρίς το παραμικρό αλληθώρισμα, στο τελείωμα άλλαζε ξαφνικά γνώμη και γινόταν μια υποψία καμπύλης με τα κοίλα προς τα πάνω. Αυτό το ανεπαίσθητο ανασήκωμα άφηνε να αποκαλυφθούν δυο ρουθούνια σε σχήμα άψογης έλλειψης  χαραγμένης με την ακρίβεια γεωμετρικής κατασκευής λες  και είχε χρησιμοποιηθεί κανόνας και διαβήτης.

Η  Αίγλη τυφλή δεν ήταν. Φυσικά και  θαύμαζε την αψεγάδιαστη ομορφιά του. Με τον ίδιο τρόπο που θαύμαζε την ομορφιά των  κινηματογραφικών αστέρων. Δεν τους ερωτευόταν κι όλας. Έλεγε πως οι άντρες έπρεπε να έχουν κι άλλα προσόντα που  ο Μιχαλιός δεν φαινόταν να έχει. Ίσως έφταιγε το τελευταίο θρανίο.  Ανύπαρκτος στην εκπαιδευτική διαδικασία,  άφωνος σαν ψάρι στις ερωτήσεις των καθηγητών,  αμέτοχος στις μαθηματικές διαφωνίες για τη λύση κάποιου προβλήματος, εξαφανισμένος στον κόσμο του, αδιάφορος, άφαντος. Στην αρχή με ξάφνιασε το παρατσούκλι που του κόλλησε μα αποδείχτηκε τόσο ευφάνταστο που το υιοθέτησα και της πίστωσα την ευστοχία.  ”Α, Κάτια! Εσείς οι Αθηναίοι δεν έχετε ιδέα πώς φτιάχνεται ένα παρατσούκλι. Θέλει να επιστρατεύσεις παρατηρητικότητα, φαντασία, γνώση, πνεύμα, χιούμορ. Στο νησί έχουμε αναγάγει αυτή την ικανότητα σε τέχνη που περνάει αβίαστα από γενιά σε γενιά “, απαντούσε χωρίς να κρύβει το καμάρι για την καταγωγή της. Κι έτσι με μια μυστική συμφωνία ο Μιχαλιός  Εξωτικάκης έγινε το “ξωτικό”, όνομα και πράμα. Δεν τον αποκαλέσαμε ποτέ διαφορετικά όταν δεν μας άκουγαν τρίτοι.


Καθώς ο καιρός περνούσε δεν είχα παρά να συμφωνήσω μαζί της πως ο Μιχαλιός κουβαλούσε στοιχεία από αυτά τα εξωπραγματικά πλάσματα, εκείνο κυρίως  το ιδιαίτερο βάδισμα που σ’ έκανε να νομίζεις πως δεν πατάει στη γη.  Μα αν υπήρχαν φορές που το “ξωτικό”  τύχαινε να καρφώσει το βλέμμα στιγμιαία επάνω μας καθώς περνούσε μπροστά από το θρανίο μας, αντιδρούσαμε ολότελα διαφορετικά. Εγώ έσκυβα το κεφάλι, κάνοντας πως ταχτοποιώ τετράδια, για να κρύψω το κοκκίνισμα και την ταραχή. Η Αίγλη δεν καταδεχόταν να χαμηλώσει τα μάτια, έκανε προσπάθεια να το αντέξει, το ταξινομούσε στα τυχαία και το προσπερνούσε. Εγώ την θαύμαζα για τον αυτοέλεγχο αλλά αμφισβητούσα τον ισχυρισμό πως της ήταν αδιάφορος.

-Είναι αφύσικο να μην γοργοχτυπάει η καρδούλα σου όταν τον βλέπεις, εκτός κι αν… όμφακες εισί, την πείραζα.

Εκείνη το ‘παιρνε στα σοβαρά κι απαντούσε πως μπορεί και να ‘ταν αλήθεια. Είχε μάθει να πατάει γερά στη γη, να απλώνει το χέρι ως εκεί που φτάνει, παραδεχόταν ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια χαριτωμένη κοπελίτσα με την φρεσκάδα των δεκαοκτώ. Δεν είχε κληρονομήσει ούτε την ομορφιά του πατέρα, ούτε τη γλύκα της μητέρας. Το γονίδιο που ήταν υπεύθυνο για το πεντακάθαρο γαλάζιο χρώμα των ματιών του πατέρα νοθεύτηκε στην ανάμειξη με το καστανό της μητέρας και η Αίγλη απόκτησε μάτια μ’ ένα ακαθόριστο ξεθωριασμένο χρώμα που έτσι κι αλλιώς κρύβονταν πίσω από άχαρα μυωπικά γυαλιά. Σαν παιδί είχε ολόξανθα μαλλιά  που έριχναν χρυσές ανταύγειες και φώτιζαν τ’ άχρωμα μάτια μα μεγαλώνοντας το πλεονέκτημα χάθηκε, το χρώμα σκούραινε ώσπου σταθεροποιήθηκε σε μια απροσδιόριστα ξανθοκάστανη απόχρωση. Ο αδελφός της την τσίγκλαγε με τη σκληρότητα των νέων: 

-Η οικογένεια φθίνει αισθητικά. Η γιαγιά καλλονή, η μαμά κούκλα, εσύ ασχημόπαπο.
Μου εξομολογήθηκε πώς είχε αντιμετωπίσει με γενναιότητα την άχαρη φάση της εφηβείας, τότε που δεν την απασχολούσε η ανύπαρκτη ομορφιά αλλά η καθυστερημένη ανάπτυξη. Όλη η ευθύνη ήταν στους αδένες που τεμπέλιαζαν, στα οιστρογόνα που άργησαν να πάρουν τον έλεγχο του κορμιού της έτσι που στα δεκαπέντε της είχε το ύψος δωδεκάχρονης και επίπεδο στήθος που δεν έλεγε να φουσκώσει όσο κι αν το μετρούσε στον καθρέφτη κάθε φορά που έκανε μπάνιο. Τα μισόλογα των μεγάλων και η σκληρή αδιαφορία των συνομήλικων για την ερμαφρόδιτη εμφάνισή της ένιωθε να την εξευτελίζουν, μα δεν την έπαιρναν από κάτω. Ίσως γιατί είχε  εμπιστοσύνη στη μητέρα που έλεγε ότι, κληρονομικό είναι, το ίδιο είχε συμβεί και σε κείνη, να περιμένει ως τα δεκάξι. Ίσως η μυστική συνομιλία που είχε προλάβει να αναπτύξει με τους συγγραφείς την έκανε να μπερδεύει τα σενάρια με την πραγματικότητα. Κι ο  Άντερσεν ήταν κατηγορηματικός: το ασχημόπαπο γίνεται πάντα κύκνος. Περίμενε λοιπόν, και στο μεταξύ εκπαίδευε τον εαυτό της  να περπατάει με το βήμα των μανεκέν. Δεν χρειάστηκε καν να βάλει βιβλίο στο κεφάλι. Το μυαλό ήταν απαιτητικό και το σώμα υπάκουο: να κρατάς το κεφάλι ψηλά, τους ώμους πίσω, το πηγούνι ψηλά, το στέρνο προτεταμένο, να πατάς στις μύτες, να ρουφάς την κοιλιά, ν’ ατενίζεις μακριά. Είχε έτσι την αίσθηση πως κέρδιζε πόντους στο ύψος.

Οι καθησυχαστικές  προβλέψεις  της  μητέρας επαληθεύτηκαν πλήρως. Όλη αυτή η δυσάρεστη ιστορία δεν είχε αφήσει  ίχνη και κάποιος, όπως εγώ, που την γνώριζε στα δεκαοκτώ της δεν ήταν εύκολο να φανταστεί πως το χαρακτηριστικό αέρινο βήμα που της έδινε τόση χάρη δεν ήταν αυτοφυές, αλλά επίκτητο και μάλιστα προϊόν ανάγκης και αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Γεγονός είναι πως περπατούσε λες κι είχε κάνει μπαλέτο.

Ως εκεί όμως. 

Σε καμία περίπτωση δεν θα την χαρακτήριζες όμορφη.

Όπως  και να ’χε το πράγμα, στη συγκεκριμένη φάση ζωής η σχέση με αγόρια ήταν τελευταία στη λίστα με τις προτεραιότητές της. Κάποιο μπλέξιμο μαζί τους μόνο ανασταλτική επίδραση μπορούσε να φέρει στους στόχους της. Άσε που ήταν συναισθηματικά καλυμμένη έχοντας προλάβει να ερωτευτεί κεραυνοβόλα τον καθηγητή  της Άλγεβρας. Μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια. Από τη μια υπήρχε κάποιος που τον σκεφτόταν τρυφερά, που νοιαζόταν για την αποδοχή του, που επιτάχυνε τους παλμούς της καρδιάς της όταν έμπαινε στην τάξη, για τον οποίο είχε να κουβεντιάζει την άλλη μέρα με τις φίλες  στο σχολείο, και από την άλλη όχι μόνο δεν την αποπροσανατόλιζε  αλλά ήταν όλος ένα κίνητρο που την έσπρωχνε να γίνεται καλύτερη ώστε να κερδίζει και να διατηρεί την αποδοχή του. Το αντικείμενο των νεανικών της πόθων – ένας χαριτωμένος τριανταπεντάρης – έδειχνε ολοφάνερα την συμπάθειά του, πράγμα που εκείνη ερμήνευε σαν ανταπόκριση στα αισθήματά της, ήταν όμως διακριτικός και δεν προχωρούσε πέρα από κάποιους ακκισμούς στα διαλείμματα. Η αλήθεια είναι πως την ίδια συμπάθεια και τις ίδιες χαριτωμενιές έκανε και σε μένα, αλλά η Αίγλη όντας ερωτευμένη δεν έβλεπε πέρα από τη μύτη της κι εγώ, που δεν είχα μάτια παρά για τον Μιχαλιό, δεν ήθελα να της το χαλάσω.

Χάλασε από μόνο του όταν, φοιτήτρια πια, τον αντάμωσε τυχαία στην Ιπποκράτους και αντάλλαξαν μερικές κουβέντες. Εκεί είχε την ευχέρεια να  διαπιστώσει προσωπικά την ισχύ της ευρύτατα διαδεδομένης άποψης ότι ο έρωτας τυφλώνει: κοντός της φάνηκε και ασχημούλης!

Συνεχίζεται…

Advertisements