Της Ρένας Ραψομανίκη

Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές.. το φροντιστήριο

 fougaΗ δικτατορία δεν έμοιαζε να επηρεάζει άμεσα τον μικρόκοσμό της. Μπορούσε να συνεχίσει τη ζωή της αδιαφορώντας για την ύπαρξή της.

Πολύ περισσότερο που η επόμενη σχολική χρονιά ήταν σημαδιακή και σημαδεμένη από το όραμα της επιτυχίας στις εισαγωγικές για το Πανεπιστήμιο. 

 Μια επιτυχία που ήταν εντολή και τελεσίγραφο κι ένα όραμα που επισκίαζε οποιαδήποτε άλλη επιθυμία, χωρίς να είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένο αν  ήταν αποκλειστικά δικό της πιστεύω ή της είχε μεθοδικά καλλιεργηθεί. 

Γεγονός είναι πως αντιμετώπιζε τις σπουδές περισσότερο χρησιμοθηρικά  και λιγότερο ως πνευματική ανάγκη.

Η πανεπιστημιακή μόρφωση αυτή καθ’ εαυτή, ως έρωτας της γνώσης, δεν ήταν στο επίκεντρο των ονείρων της– παράπλευρη συνέπεια, ναι. Το μέλλον της ένιωθε να διακυβεύεται και έβλεπε στις σπουδές  την ευκαιρία  για  κοινωνική και οικονομική ανέλιξη. Ποντάριζε στην υπεραξία ενός πτυχίου που σαν ανελκυστήρας θα την καταξίωνε ανεβάζοντάς την μια κοινωνική τάξη πάνω από την προηγούμενη γενιά. 

Το Ελληνικό όνειρο!

Την βάραινε κι εκείνη η ευθύνη  να μην  διαψεύσει τα όνειρα των γονιών, να δικαιώσει τις θυσίες τους– εκείνο το ξεσπίτωμα κυρίως. Όλα αυτά είχαν ζυμωθεί μέσα της, είχαν γίνει μια συμπαγής μάζα αξιών έτσι που ποτέ δεν την είχε απασχολήσει στα σοβαρά το ενδεχόμενο: κι αν δεν… Ο φόβος της αποτυχίας πλανιόταν χωρίς σχήμα και μορφή, σαν φάντασμα. Δεν νοιάστηκε καν να ασχοληθεί μαζί του, να τον ταξινομήσει, να τον σχηματοποιήσει. Ίσως γιατί φοβόταν να τον ξεπεράσει,  τον ήθελε να λειτουργεί σαν κινητήρια δύναμη.

Με τέτοιους στόχους βρέθηκε σ’ εκείνο το φροντιστήριο –στην φροντιστηριούπολη  γύρο από την πλατεία Κάνιγγος- παρέα μ’ ένα πλήθος συνομήλικων που συνέρρεαν απ’ όλες τις συνοικίες. Ήταν ένα  παμπάλαιο κτίριο που έβλεπε στην Ακαδημίας, στο ύψος της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής. Οι άχρωμες αίθουσες διδασκαλίας βρίσκονταν στον πρώτο όροφο και για να τις φτάσεις χρειαζόταν ν’ ανέβεις μια στενή στριφογυριστή σκάλα και, καθώς τα ανυπόμονα νεανικά βήματα  δεν συμπεριφέρονταν με σεβασμό στην ηλικία των ξύλινων σκαλοπατιών, εκείνα άφηναν στεναγμούς δυσφορίας ή τριγμούς διαμαρτυρίας. Ένα σιωπηλό, γκρίζο κτίριο που λες και περίμενε  τα νιάτα, εφτά με δέκα κάθε βράδυ –συμπεριλαμβανομένου και του Σαββάτου μια και το πενθήμερο δεν είχε επινοηθεί ακόμα- να του μεταγγίσουν χρώματα και ήχους. Αυτές τις ώρες ο χώρος πλημμύριζε από ζωηρές φωνές, τρανταχτά γέλια, δειλά χαμόγελα, φανερές προσδοκίες, ανομολόγητες αγωνίες, έντονες διαφωνίες, ανεπιτήδευτες χειρονομίες… ζωή  με μια λέξη.

Το φροντιστήριο έμοιαζε προέκταση του σχολείου. Τριάντα μαθητές σε κάθε τάξη, ανελλιπής η παρακολούθηση, σχεδόν υποχρεωτική η εξέταση, εξ ων ουκ άνευ η πειθαρχία. Υπήρχαν και διαφορές. Σε αντίθεση με τα δημόσια σχολεία που ήταν αμιγή εδώ τα  τμήματα ήταν μικτά και η παρουσία του άλλου φύλου είχε πάντα ενδιαφέρον. Από την άλλη οι καθηγητές -αποκλειστικά άντρες- επιλεγμένοι με τα αυστηρά κριτήρια του ιδιωτικού τομέα, έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους στην πραγματοποίηση του στόχου: τη μεγιστοποίηση των επιτυχιών που θα μεγιστοποιούσε τη φήμη του φροντιστηρίου, θα έφερνε καινούργιους μαθητές και θα πολλαπλασίαζε τα κέρδη της επιχείρησης.

Η Αίγλη δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό της για τους καινούργιους  δασκάλους. Της άρεσε γιατί ξεκινούσαν από το άλφα χωρίς να θεωρούν καμιά γνώση προαπαιτούμενη, γιατί εξηγούσαν και φώτιζαν τα δυσνόητα, γιατί επισήμαιναν λεπτομέρειες, που κινδύνευαν να περάσουν απαρατήρητες, γιατί ήταν σαφείς και κατανοητοί, ακούραστοι κι ευχάριστοι. Και καθώς  δεν της έλειπε ούτε το πείσμα, ούτε η εργατικότητα, ούτε το κίνητρο, άρχισε να ξεχωρίζει. Παρακολουθούσε με αδιάλειπτη προσοχή την εκπαιδευτική διαδικασία από το πρώτο θρανίο, κρατούσε επιμελημένες σημειώσεις, ήταν πάντα πρόθυμη ν’ ανέβει στον πίνακα, είχε  πάντα δουλέψει στο σπίτι τις εργασίες, δεν δίσταζε να ρωτάει και να ζητάει διευκρινίσεις. Καθόλου δεν την απασχόλησε αν, με όλα αυτά, έχτιζε το προφίλ του “καλού παιδιού”, προφίλ όχι ιδιαίτερα ελκυστικό για δεκαοχτάρηδες. Εδώ δεν είχε έλθει για κοινωνικές σχέσεις. Είχε καιρό γι αυτές…

Άλλωστε οι κοινωνικές επαφές ήταν αντικειμενικά περιορισμένες μια και τα χρονικά περιθώρια ήταν στενάχωρα. Τα δύο δεκάλεπτα διαλείμματα μόλις που αρκούσαν για να πάρουν μια ανάσα, ν’ αλλάξουν βιβλία πάνω στα θρανία, να κατεβούν τη σκάλα να ξεμουδιάσουν και να την ξανανέβουν τρέχοντας με το χτύπημα του κουδουνιού. Παρ’ όλα αυτά στην μικρή κοινωνία της τάξης άρχισαν να δημιουργούνται ομάδες με κριτήρια χωροταξικά: η παρέα του πρώτου θρανίου, η παρέα του τελευταίου θρανίου ή κριτήρια φύλου: η παρέα των αγοριών,η παρέα των κοριτσιών. Δεν έλειπαν και διερευνητικές επαφές ανάμεσα στις διαφορετικές παρέες και ανάμεσα σε άτομα του άλλου φύλου. Μόνο λίγοι τολμούσαν να επεκτείνουν την περιέργειά τους και στις παρέες από άλλες αίθουσες. Η Αίγλη είχε γίνει κολλητή με την Κάτια, την συγκάτοικο του ίδιου θρανίου, και μαζί συνήθιζαν να σχολιάζουν συμμαθητές και καθηγητές: τα μάτια του ενός, το ύψος του άλλου, η φωνή του τρίτου, η εξυπνάδα του Κώστα, η βραδυγλωσσία του Αλέκου, το ντύσιμο του Νικόλα…

 

Συνεχίζεται…

Advertisements