βαρελοφρονοςγραφει ο αρισταρχος

Τον έδιωξαν για αποπλάνηση. Αλλά την παντρεύτηκε την αποπλανημένη. Kι ας ήταν μόλις δέκα τρία χρονών. Μαθήτριά του στην έκτη τάξη- με μια χρονιά χαμένη- αλλά ανεπτυγμένη και φαινόταν για είκοσι. Άλλο τι φαίνονταν όμως κι άλλο τι ήταν. Έτσι έγινε ένας δάσκαλος χωρίς δουλειά.

Τον γνώρισα σ’ ένα καταγώγιο στην Αετοράχης. Βαρέλια μπόμπες γεμάτα ρετσίνα. Άπλωνες το χέρι άνοιγες την κάνουλα και γέμιζες το δράμι. Ύστερα απλά δήλωνες “και τόσα προπό”. Ούτε που σου περνούσε η ιδέα να πεις ψέματα. Και δεν μιλάω για τις εποχές των παχέων αλλά της δεκαετίας του εξήντα! Καλή μας όρεξη. Εκεί βρισκόμαστε τώρα, και το ημερολόγιο δεν θέλει να πάει μπροστά. Συνεχίζει την διολίσθηση προς τα πίσω μέχρι να …καταπιεί τον εαυτό του! Μια τιτάνια οπισθέλκουσα. Σε λίγο θα λένε έξω απ’ την Ελλάδα. “Εμπρός να ταξιδέψουμε στο παρελθόν. Πάμε στην Ελλάδα”

Τρεις κιθάρες και το τραγούδι ξεκινούσε από ελαφρύ, περνούσε στο λαϊκό και έκλεινε με την τρίτη κιθάρα στα latin. Βούιζε το καταγώγιο τραγούδι και κελαηδιστή ρετσίνα. Αυτός ήταν ο δρόμος της ζωής του. Τραγούδι και ποτό. Ήδη στο ιστορικό του ήταν καταγεγραμμένη μια κύρωση ήπατος και η ιατρική συμβουλή, ούτε μυρωδιά από αλκοόλ. Κι αυτός ξεκινούσε το πρωί και τον σταματούσε ο …ύπνος.

Πενηντάρης ασπρομάλλης που τάβαφε επιμελημένα για να φαίνονται ξανθά. Ευγενική φυσιογνωμία με ένα χαμόγελο μονίμως στο πρόσωπό του. Έπινε την ρετσινούλα του “νταουλτζίδικα” στο φουκαράδικο του κυρ-Αντώνη και χάζευε στην απέναντι τον κουρέα, του ένα και πενήντα με τα χέρια στην ανάταση, τον Νεοκλή. Κακάσχημος ο Νεοκλής με περίεργο μαύρο γεννετήσιο υλικό στο DNA του. Τον κοίταζε, χαμογελούσε κι έλεγε θυμόσοφα “φίλε μου, ο Θεός μας έπλασε καθ εικόνα και ομοίωση. Έτσι λέει το ευαγγέλιο. Μα αν ο Θεός μοιάζει του Νεοκλή …την βάψαμε.

Πανέξυπνος και ενδιαφέρων τύπος. Από τότε που τον έδιωξαν πουλούσε αθλητικές φόρμες στα σχολεία για να ταΐζει την γυναίκα και τα παιδιά του. Επειδή όμως δεν είχε αυτοκίνητο και λεφτά αναγκάστηκε να κάνει συνεταιρισμό με έναν Κωνσταντινουπολίτη, τον Στελάρα. Μάγκας με ψιλό μουστακάκι σαν χτενούλα. Δισθεόρατος, άγαρμπος, απότομος και με περίεργη βαριά πολίτικη ομιλία. “Τον κουμαντάρω αλλά και τον φοβάμαι, μην ξυπνήσει κανένα πρωϊ τσατισμένος και κοιμηθώ εγώ” συνήθιζε να λέει ο δάσκαλος . Δεν τον ήθελε στις διαπραγματεύσεις εξ αιτίας της γλώσσας του, έτσι πολλές φορές μ’ έπαιρνε μαζί τους για να τον “κρατώ” όσο θα συνδιαλέγονταν. Κάπου όμως η μοιρασιά δεν γίνονταν δίκαια και ο “άγριος” άρχισε να ζώνεται από φίδια. Το μάτι του γυάλιζε και κοιτούσε τον δάσκαλο σε πλάγιο ύφος. Γύριζε ο δάσκαλος αλλού το κεφάλι και σιγοσφύριζε “Μες της Πεντέλης τα βουνά …” Αγρίευε πιο πολύ ο Στελάρας και τον βουτούσε απ’ το μπράτσο. “Όταν σε μιλώ ρε, θα με κοιτάς στα μάτια να μην στα βγάλω. Ναι γιάαααα!”

Εκείνη την μέρα πήγαμε σε κάποιο σχολειό και εγώ με τον Στελάρα κάθισα πενήντα μέτρα μακριά. Δεν μπόρεσα όμως να τον κρατήσω. Όρμησε και μπήκε στην συζήτηση μ’ εκείνα τα φοβερά Ελληνικά “τι έγινε γιάααα, θα πάρει να πούμε τίποτα αυτή η …χαμούρα; Ή με κλάνεις από πίσω ρε και θα βουτήξω το φιτιγιάρ (φτιάρι)” Ο Διευθυντής τόβαλε στα πόδια. Ο δασκαλέμπορας τσατίστηκε κι άρχισε φοβερός καβγάς που κατέληξε βραδιάτικα να κυνηγάει ο Στελάρας τον Δάσκαλο μέσα στην πόλη. Σκηνές απείρου κάλους βγαλμένες από νουάρ ταινία του Παζολίνι. Έτσι κι έληξε άδοξα ο συνεταιρισμός και μαζί η καριέρα του σαν έμπορας.

Στην πλατειούλα κοντά στο σπίτι του είχε κάτι χαμόσπιτα για hobit. Ήταν ξυλοκατασκευή με χαμηλή κεραμοσκεπή και φιλοξενούσε ένα καφενείο προθάλαμο, σε στυλ σκαθαροζούμης με δέκα υπερηλικωμένους σε κατάσταση standby , τον καφετζή σε υπερήλικη κατάσταση κι αυτός, τριάντα γάτες, χίλιες μύγες και εκατό κιλά λίγδα. Εξ ού και η φράση του δάσκαλου “πηγαίνω στα λιγδάδικα ή στα γατάδικα” κατά το …-τα σκυλάδικα-. Επειδή χίλιες μύγες ήταν πολλές και κατά τύχη έχαφταν κι από καμιά, ονόμασε τον καφετζή …Χάφτα! Πολλές φορές χάνονταν μέσα στον κοντοκαφενέ για μέρες παρέα με την λιγδοπαρέα. Όρθιος δεν έμπαινες μέσα αλλά ούτε και στεκόσουν, κι ας ήσουν “ψηλός” 1.70μετ.  Τις παράγκες τις κατεδάφισε η δημοτική μπουλντόζα μετά της αποδημία των συνδαιτυμόνων για να “εξομαλύνει” την πλατειούλα που δήθεν θα αξιοποιούσε.

Πόσες ομοιότητες βρίσκει κανείς του τότε με το σήμερα έ; Περίεργη λέξη η εξομάλυνση, μισθών, εργασιακών, φορολογικών, κοινωνικών(χαχαχαχα). Εξομάλυνση κοινωνικής ισχύος για μια εξισορροπητική οπισθέλκουσα. Ανώτερα μαθηματικά για το ταξίδι πενήντα χρόνων πίσω στο παρελθόν των χιλίων δραχμών τον μήνα(300ευρώ!).  

Μετά την μεταπολίτευση τον επανέφεραν στο δημόσιο σαν …αντιστασιακό! Ήταν βέβαια η αναμπουμπούλα του καιρού και δεν ασχολήθηκε ποτέ και κανείς. Άλλωστε δεν ήταν μόνο αυτός, που στην τελική άξιζε ο άνθρωπος να μεταφέρει τον δυνατό ορθολογισμό του και την κατάματη πονετική αλήθεια στην νεολαία παρά σε κάτι κολέγια του έσω/έξω που με τα πρωτόκολλα και την στενοκολιά, μας έδωσαν μπουμπούκια. Μπουμπούκια της καταστροφής, της κλεψιάς και της ερήμωσης.

Τελικά έφυγε για την άλλη όχθη από το ξύπνημα της παλιάς κύρωσης. Και άφησε την ανάμνησή του να περιφέρεται σαν θύμηση, σ’ αυτούς που τον έζησαν ….

ΥΓ. Πάσα ομοιότης, τυχαία.

Advertisements