γραφει ο αρισταρχος

Σελίδα 6

stairsΆγει δε προς φως την αλήθειαν χρόνος.Μένανδρος, 4ος αιών π.Χ.

Βολεύτηκαν πάλι και πήραν πόζες για την ακρόαση. Κι ο θείος με μισόκλειστα μάτια συνέχισε.

-Ο Αθανασούλας είχε ένα μακρινό ξαδέρφι του που το έλεγαν Κωστή. Ήταν στην ίδια ηλικία με τον πατέρα σου τον Άκη. Όταν ήταν μικροί έπαιζαν μαζί. Αυτός λοιπόν ο Κωστής στην εποχή του εμφυλίου δούλευε δίπλα σ’ ένα τσέλιγκα σαν, να πούμε, τσομπάνης. Στο μεγάλο βουνό! Δεν ξέρω ακριβώς τι έγινε αλλά κάποια στιγμή εκεί αρχές του πενήντα έφυγε από κει κυνηγημένος. Χάθηκε, εξαφανίστηκε για χρόνια. Γλώσσες τότε στο χωριό έλεγαν για κάτι χρυσές λίρες που πετούσαν αεροπλάνα τα βράδια και κάτι τέτοια. Δεν ξέρω γι αυτές τις λίρες αλλά οι τσελιγκάδες που δούλευε τον έψαχναν πολύ καιρό.

Θυμάσαι τον πατέρα σου; είπε απευθυνόμενος στην ανιψιά του. Θυμάσαι τον λεβέντη μας; αν και ήσουν πολύ μικρή, κοντά στα τρία. Τόσο δεν ήσουνα, όταν έφυγε απ’ την ζωή;

Ναι, ήταν μόλις τριών ετών. Πως μπορούσε η μνήμη της να σβήσει ή να ελαττώσει εκείνη την ζεστή θεόρατη φιγούρα που την άρπαζε και την πετούσε στα ουράνια σαν πεταλούδα. Και ύστερα γέμιζαν τα σοκάκια του μυαλού της με πολλούς ανθρώπους ντυμένους στα μαύρα κι ένα τεράστιο μαύρο αυτοκίνητο. Ύστερα; Ύστερα μόνο η μάνα της η κυρά Θεοδοσία. Κοντούλα, σβέλτη γεμάτη ενέργεια. Της έφεραν το παλικάρι δυό μέτρα μπόϊ, σαν τον ήλιο λαμπερό, μέσα σε ένα φέρετρο μαζί με μια ιατρική βεβαίωση “Απεβίωσε λόγω ακατάσχετης αιμορραγίας προκληθείσης από νάρκη” Τον έβαλαν στο μικρό σαλονάκι και γέμισε ο χώρος θρήνο.

Περαστικός στρατιωτικός γιατρός ήρθε και τον είδε. Στα αδέρφια είπε πως δεν ήταν νάρκη. Πυροβολήθηκε στο πόδι από άγνωστους για την μοιρασιά. Ποια μοιρασιά; Ένα ελάφι. Πόσο κοινότυπη και συνάμα μακάβρια ρομαντική ιστορία. Την αλήθεια γνώριζαν οι αυτόπτες οξιές, και μεσέδες και … Μέχρις εκεί. Τα χρόνια δίσεκτα, ακόμη ναρκοθετημένα και όπως πάντα μια κραυγή σ’ όλο τον αιθέρα “ουαί τοις ηττημένοις”! Έτσι, πάντα κατά τον μύθο, αφέθηκε να παλεύει εκεί στο μεγάλο βουνό με τον χρόνο πριν στερέψει το είναι του από αίμα. Πριν παραδώσει τα νιάτα του βορρά στον θεριστή. Και κει, στα τελευταία, ανάσκελα να βλέπει ψηλά στις κινούμενες δεντροκορφές τρία αγγελούδια και μια μαυροφόρα μ’ ένα τεράστιο γιατί. “Γιατί μας άφησες, γιατί έφυγες. Θα παλεύαμε, θα τα καταφέρναμε”. Αν μπορούσε θα τους τόλεγε  να άκουγαν αυτό που ήξεραν “Για σας, την οικογένειά μου”.

Έψαξαν, έτρεξαν μα ούτε κι αυτή την σύνταξη για θύμα πολέμου δεν μπόρεσαν να βγάλουν για την χήρα . Μια χήρα 33 χρονών με τρία παιδιά όλα κάτω από δέκα χρονών και έναν λεβέντη τριάντα χρονών νεκρό μέσα σε μια ξύλινη κάσα.

Πλημμύρισαν τα μάτια της δάκρυα. Θόλωσε το μυαλό της και συσπάστηκαν τα χείλη της σ’ ένα βουβό κλάμα. Δεν ήξερε γιατί να κλάψει. Για τον πατέρα που δεν γνώρισε, για τα άδικα παιδικά της χρόνια, για την σκληρή ζωή της μάνας της ή για την απανθρωπιά που σ’ όλο της το μεγαλείο τους στέρησε τον κύρη του σπιτιού. Ένιωσε να την πιάνει ρίγος. Μαζεύτηκε μέσα στην ζεστή φλις κουβερτούλα .  Ο Μανώλης την πήρε στοργικά στην αγκαλιά του και την χάιδεψε. Αυτό το σκηνικό το ζούσε κάθε φορά που η γυναίκα του θυμόταν τον πατέρα της.

Σταμάτησε ο θείος και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά από την πίπα που εν τω μεταξύ έσβησε. Την σκάλισε και προσπάθησε να την ξανανάψει. Πήρε μια γερή γουλιά από το ποτό του. Τόφερε με την γλώσσα ένα γύρω στα χείλια του και μη πολυδίνοντας σημασία στην ανιψιά του συνέχισε.

-Εκεί κάπου στα πενήντα πέντε, πάντα σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αθανασούλα, συναντήθηκε ο Κωστής με τον πατέρα σου. Τι έγινε, τι είπαν δεν ξέρω. Λίγες μέρες αργότερα έφυγαν μαζί για το μεγάλο βουνό. Να παν να δουλέψουν τσομπαναρέοι!. Έτσι είπαν. Νέοι και οι δυό στα τριάντα τους με δύναμη βουβαλιού. Έπιαναν την πέτρα και την στράγγιζαν.

Αυτά όμως τα ξέρετε σχεδόν όλα, εκτός … από τον Κωστή. Ύστερα από το βουνό  αυτός χάθηκε, τον κατάπιε η γης. Λες και δεν υπήρξε ποτέ. Εδώ ο Αθανασούλας που είχε πιεί τον αγλέορα του ξέφυγε ή τόπε επίτηδες; Πήρε ένα τηλεφώνημα, λέει, από κάποιον που ούτε και κατάλαβε τι τούπε. Μόνο ένα όνομα –Κωστής-. Τον πήραν και τον έβαλαν σ’ ένα αεροπλάνο για το μεγάλο νησί. Εκεί συνάντησε τον …Κωστή! Έναν Κωστή με πολλά λεφτά. Με ξενοδοχείο πολυτελείας και με οικογένεια. Μόνο που τώρα τον έλεγαν Αλέξανδρο Δημούλα. Περίεργα λεφτά. Όταν τον ρώτησε αν έμαθε για τον θάνατο του φίλου του εκείνος έγινε άσπρος σαν πανί και λιποθύμησε. Όταν συνήλθε του είπε κάποια πράγματα που συνέβησαν στο μεγάλο βουνό με τον πατέρα σου. Ήξερε, λέει, ποιοι τον σκότωσαν. Ήθελαν να τον φάνε κι αυτόν αλλά αυτός τους ξέφυγε και τώρα ζούσε εδώ τακτοποιημένος με δύο μεγάλα παιδιά και εγγόνια. Θα κοντεύει τα ενενήντα τώρα. Αυτός κι ο πατέρας σου ήταν μεγαλύτεροι από μας. Αυτά, την συνέχεια την ξέρετε. Πέθανε ο Αθανασούλας κι εγώ νομίζω πως πρέπει να κάμετε μια βόλτα στο μεγάλο νησί να τον βρείτε, αν ζει ακόμα, και να μάθετε την αλήθεια, αν θέλετε.

Σταύρωσε τον Θανασάκη τον φίλησε και πήγε στο κρεβάτι. Την περίμενε ο Μανώλης σοβαρός.

-Άσε, είπε αυτή, κοιμήσου γιατί δεν έχω διάθεση ούτε για κουβέντα.

Έσβησε το φως βυθίζοντας και παραδίδοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι και σ’ όλο το νυκτερινό βασίλειο που το κατοικεί. Τύλιξε η νύχτα και τα μάτια της βυθίζοντας σκέψεις και ονείρατα τόσο μπερδεμένα που άλλο δεν άντεξε. Την πήρε ο ύπνος. Ένας ύπνος εφιάλτης με μαύρα πρόσωπα, αίματα, φόνους και αγωνία. Αυτά που την έκαναν βλοσυρή και άκεφη το πρωί να παιδεύεται να φτιάξει πρωινό.

Τα Χριστούγεννα μαζεύτηκε όλη η οικογένεια γύρω από το στολισμένο τραπέζι. Η νύφη της μαζί με τον Θανασάκη είχαν βάλει και Χριστουγεννιάτικη μουσική και η ατμόσφαιρα ζέστανε γεμάτη αγάπη και ανθρωπιά.  Έβγαλε την ποδιά της και άφησε τα υπόλοιπα της ετοιμασίας για το μεσημεριανό φαγητό στην κόρη της την Σοφία και την νύφη της την Βάσω. Η μόνη παραφωνία όπως πάντα ο Μάνος. Έμεινε μόνος στο πατρικό του με τους γονείς του.

Πήραν τα ποτήρια με το κόκκινο και μπρούσικο κρασί τα σήκωσαν και ύστερα τα τσούγκρισαν σε μια μ’ ένα στόμα ευχή  “Χρόνια Πολλά” . Λιτό το μεσημεριανό με κούρκα γεμιστή, σαλάτα λάχανο και τυρί, φέτα και αγελαδινό. Και για γλυκό τα σοροπιαστά φτιαγμένα από κόρη και νύφη.

Το βράδυ έφυγαν τα παιδιά ακόμη κι ο Θανασάκης που πήγε σ’ ένα φίλο του. Έμεινε τ’ αντρόγυνο να βλέπει στην τηλεόραση χιλιοπαιγμένα από άλλες χρονιές εκπομπές. Μια αηδία και μισή. Τα χρόνια της αφθονίας τέλειωσαν. Ακολουθούσαν οι ισχνές αγελάδες που για τον τόπο τους ήταν διάφανες τόσο ώστε να βλέπουν πίσω τους τα μελλούμενα. Κι αυτά μόνο χαρούμενα δεν ήταν. Μαυρίλα και θλίψη.

-Μανώλη, θέλω να σου πω κάτι. Αμέσως μετά την πρωτοχρονιά φεύγουμε για το μεγάλο νησί. Έβαλα τον Θανασάκη και βρήκε στο internet το ξενοδοχείο του Κωστή. Είναι στο όνομα George & Nikolaos Dimoulas Co. Αυτό πρέπει να είναι. Έχω να κάνω κάποιες ερωτήσεις στο όνομα του σχωρεμένου του πατέρα μου. Αν επαληθευτούν οι ασχήμιες που μου γέμισαν το κεφάλι τα λεγόμενα του θείου δεν …δεν ξέρω κι εγώ τι θα κάνω.

Συνεχίζεται …

Advertisements