γράφει ο αρισταρχος

Σελίδα 5

stairsΜάζεψε η γυναίκα τα ψίχουλα από το τραπέζι, το καθάρισε, κι ύστερα έπλυνε τα πιάτα. Έβαλε σ’ όλους  από ένα κομμάτι μηλόπιτα φτιαγμένη με τα χέρια της και κάθισαν μπροστά στο τζάκι. Ο θείος πήρε από μια εταζέρα μια ίσια πίπα σκαλισμένη, ενθύμιο  προπολεμικό του παππού. Από μια δερμάτινη θήκη έβγαλε το εργαλείο της πίπας, την σκάλισε, την βούρτσισε και ύστερα πήρε την ασημένια ταμπακιέρα του καπνού με το ανάγλυφο καραβάκι πάνω του και την άνοιξε. Με αργές κινήσεις πήρε καπνό τον έβαλε μέσα στην πίπα και με το εργαλείο τον πάτησε. Την έβαλε στο στόμα του γλείφοντας το μαρκούτσι και τ’ άναψε με ένα σπίρτο. Τράβηξε δυό απανωτές ρουφηξιές και γέμισε η ατμόσφαιρα καπνό και μυρουδιά Virginia που καθόταν πάνω στον καταπιόνα σαν πικραμύγδαλο.

-Θείο πρέπει το κόψεις, είπε ο Μανώλης.

-Ωρέ Μανωλιό τώρα, στα ογδόντα μου; Τώρα είναι απόλαυση. Φέρε ρε ανιψιά από κείνο το κρανοποτό που μούκαμες και είναι σαν νέκταρ. Σα να ήθελε όμως λίγο κονιάκ παραπάνω, έ;. Τέλος πάντων, ας το απολαύσουμε σαν θεοί παρέα με το μηλοπιττάκι.

Τεντώθηκε στην κουνιστή του πολυθρόνα και βάλθηκε να παρακολουθεί τα κούτσουρα που καίγονταν ζωντανά πετώντας τις πύρινες μέσα στην διέξοδο προς την ελευθερία, τον πεντακάθαρο γαλαζαιθέρα. Χαμηλός ο φωτισμός  συνωμοτικές οι ανταύγειες  και η ατμόσφαιρα έγινε περίεργη, βαριά.

Πήρε ο Θανασάκης μια κουβέρτα και τυλίχτηκε κουλουριασμένος στον ψευτοκαναπέ (μεντέρι) καταπίνοντας με λαιμαργία την γλυκιά  πιττούλα. Τα ματάκια του έκλεισαν και το στοματάκι του επεξεργάζονταν το περιεχόμενο θαρρείς ανεξάρτητο από όλο του το σώμα. Ο θείος έκανε μια κίνηση “άστε τον να κοιμηθεί” και μόνο η τρυφερότητα της μάνας τον τακτοποίησε μέσα στο υφαντό σαν έμβρυο στην μήτρα.

Η μισοσκότεινη ατμόσφαιρα με την επίδραση του δυνατού ποτού και την συνεισφορά της γλυκόζης δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις για υπερβατικότητα. Τα υπόλοιπα τα αναλάμβανε ο εγκέφαλος.

-Λοιπόν, τον θυμάστε τον Αθανασούλα; Ξεκίνησε ο θείος. Και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε. Τον άντρα της Γιαννούλας, τον υπεύθυνο στην εκκλησία.

-Λοιπόν, αυτός ο τύπος πέθανε πριν δέκα ημέρες.

-Θεός σχωρέστον είπε η γυναίκα. Τον θυμάμαι, ήταν αντρούκλας σαν θεριό. Πόσο χρονό ήτανε;

-Ογδόντα τρία. Απάντησε ο θείος.

-Λοιπόν αυτός ήρθε ένα βράδυ και μου χτύπησε την πόρτα …

-Ά θείο …να μην το ξεχάσω. Σούφερα για τις γιορτές ένα δωράκι, είπε η γυναίκα κι ευθύς σηκώθηκε από την στρωμένη βελέντζα στο πάτωμα. Πήγε κι από μια καρέκλα έφερε μια σακκούλα. Έβγαλε από μέσα μια χοντρή μπλούζα ολόμαλλη και του την έβαλε μπροστά του.

-Σου κάνειειει, μια χαρά! Χρόνια πολλά! Νάσαι γερός να σε χαιρόμαστε. Είπε και τούσκασε δυό σταυρωτά φιλιά.

-Νάσαι καλά θείο, είπε κι ο Μανώλης.

-‘Φχαριστώ, είπε κείνος. Είναι ευλογία νάχεις συγγενείς που να σ’ αγαπούν πραγματικά όπως είστε εσείς. Να σας έχει καλά ο Θεός.

Ο Θανασάκης είχε παραδοθεί  αδιαμαρτύρητα στον Μορφέα με το στόμα ανοιχτό κι έβγαζε κάτι περίεργους βρυχηθμούς.

-Μανώλη, είπε η γυναίκα, πρέπει κάποτε να πάρουμε απόφαση να του βγάλουμε τις ‘μυγδαλιές και τα κρεατάκια.

-Σιγά μην του βγάλουμε και τ’ αμύγδαλα, πρόσθεσε ο Μανώλης και έσκασαν στα γέλια.

Αλάφρυνε η ατμόσφαιρα και έγινε πιο βατή, πιο υποφερτή.

-Λοιπόν θείε τι έγινε με τον Αθανασούλα; Ρώτησε ο Μανώλης ευδιάθετα.

Τακτοποιήθηκε ο θείος στην κουνιστή και συνέχισε ακριβώς απ’ εκεί που σταμάτησε.

-Ήταν αργά το βράδυ περίπου …εννέα η ώρα. Εδώ κοιμόμαστε νωρίς. Έτσι, μου φάνηκε περίεργο που ερχόταν τέτοια ώρα …

Η θύμηση του Γιώργη άρχισε να ξετυλίγεται έντονα για κείνη την βραδυά. Σαν κινηματογραφική ταινία περνούσαν μπρος από τα γυαλιστερά του μάτια όλα τα γεγονότα. Τα ξαναζούσε στην λεπτομέρειά τους με περίεργη ζωντάνια. Την δύναμη που χτυπούσε την πόρτα  …

…πριν την ανοίξει άρπαξε την πάντα γεμάτη καραμπίνα από την γωνία, όπλισε και φώναξε δυνατά.”ποιος είναι;” Βλέπεις, τελευταία άρχισαν κάτι περίεργα πλιάτσικα και όσο νάταν φοβόταν. “Εγώ είμαι μωρέ Γιώργη, ο Αθανασούλας για τον Θεό, άνοιξε. ” Έβαλε το όπλο στην  άκρη και ξαμπάρωσε την βαριά ξύλινη καστρόπορτα.
Μπήκε ο Αθανασούλης κουρασμένος και κατηφής. “Άντε μωρέ Γιώργη βάλε να πιώ μια τσίπουρο γιατί δεν τα πάω καλά. Είμαι χάλια”

-Τι έχεις μωρέ Σκαληνέ; Τον φώναζε με το παρατσούκλι του και ιδέα δεν είχε για την προέλευσή του. Μόνον αυτός τον φώναζε έτσι.

-Δεν ξέρω αλλά να …έχω μια στούμπωση …Σα να έφτασε η ώρα για κιβούρι. Τελευταία βλέπω συνέχεια τον μακαρίτη τον γέρο μου να μου λέει “άϊντε μωρέ Γιωργή, έμεινες πολύ εκεί κάτω”. Κι εδώ που κάθομαι τι κάνω; Μήτε γυναίκα, μήτα παιδιά. Έκανε τον σταυρό του και συνέχισε. Βάλε λίγο τσίπουρο στο γυαλί μπας και συνεφέρω.

Έφερε ο Γιώργης τα ποτήρια απ’ την κουζίνα χωρίς άλλη κουβέντα. Ένα καραφάκι και μέσα εγκλωβισμένο το φαρμάκι και μερικά ξηρά καρπά για …μεζέ. Το καραφάκι άλλαξε περιεχόμενο πέντε φορές και ο μεζές έγινε παστό προσφυγάκι. Σε δύο ώρες και με την βοήθεια του Κιτσάκη, της Νίτσας Τσίτρα με το ονειρεμένο του Κουφογιάγκου το κλαρίνο και τον Στελάρα τον Καζαντζίδη έγιναν κανονικοί και πουρλοκιάζαν σαν φρέσκιες χήρες. Εκεί πάνω ο Αθανασούλας πήρε σοβαρό ύφος κι άρχισε την ιστορία, συνέχισε ο Γιώργης, που άμα την ακούσεις θα σωριαστείτε κάτω.

Συνεχίζεται …

Advertisements