αριστοτελους

γραφει ο αρισταρχος

Η πόλη ξεκινάει από την πλατεία της

Απ’ το πρωί που σηκώθηκα μου πάνε όλα στραβά. Χώρια από έναν πονοκέφαλο που δεν λέει να μ’ αφήσει μόνο με την μιζέρια μου. Και η μιζέρια μου μετριέται σε πέντε ευρώ και χωρίς γκόμενα. Έχω δυό φίλους κι αυτούς όποτε θέλουν αυτοί. Δηλαδή  …σκατά!

Έχει ήλιο και ο καιρός είναι  πολύ γλυκός. Είμαι στην πλατεία Αριστοτέλους κάτω στην παραλία και έχω καταλάβει ένα κόκκινο παγκάκι. Να πιώ καφέ, λυπάμαι το τάλιρο. Η ώρα είναι έντεκα και μισή και νιώθω πως το κεφάλι μου είναι εντελώς άδειο.

Τώρα εδώ που τα λέμε είχα ένα γκομενάκι τόλεγαν …να δεις …Σούλα. Ναι, Σούλα η καλούτσικια. Σάμπως κι εγώ καλύτερος είμαι;. Φάτσα για μπουγάτσα που λένε. Όχι, ωραίος είμαι. Ξανθός –τα ανέκδοτα είναι για τις ξανθές- με γαλανά μετρίου μεγέθους μάτια και αρκετά καλλίγραμμα χείλη. Μοιάζω αξύριστος για νάμαι στην μόδα αν και δεν κοζάρω πολύ μαζί της. Δεν προσέχω πολύ στο ντύσιμο και είναι δυνατόν να με δείτε με διαφορετικές κάλτσες. Ίσως να φταίει η αφηρημάδα μου. Ναι αυτό φταίει, γι αυτό και με χώρισε το γκομενάκι που σας έλεγα. Την είχα τρελάνει με την απροσεξία και την ξεχασιά μου.

Σπούδασα αρχαιολογία και ο πατέρας μου μ’ έστειλε μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Εγώ όμως αγαπώ την πατρίδα μου και θεωρώ πως σοβαρές ανασκαφές αξιώσεων μπορούν να γίνουν μόνο στον τόπο που υπήρξε αρχαιολογική ζωή. Έτσι παράτησα τις προσφορές που είχα και ήρθα στην Ελλάδα. Με μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου για τις γνώσεις και την ικανότητά μου. Γνωρίζω τρεις γλώσσες και άπταιστα Λατινικά. Αυτά με βοήθησαν στην θητεία μου στον στρατό. Αναφερόμουν στα Λατινικά, τους διασκέδαζα και περνούσα καλά κι εγώ. Αυτά με τις γλώσσες αλλά στερούμε τέτοιας πολιτικής. Και χωρίς αυτήν να η κατάντια μου. Άνεργος χωρίς φίλους, φίλες και με πέντε ευρώ στην Αριστοτέλους μετανάστης στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα. “Χαρά στον Έλληνα που Ελληνοξεχνά και στην Σαλονίκη μέσα ζει στην ξενιτιά …συγνώμη σχωρεμένε πατριώτη …  ”

Το πρωί ήπια έναν καφέ και έφαγα λίγο τσουρεκάκι αλλά τώρα πεινάω. Παίρνω απόφαση και πάω στου Τερκενλή. Τρέχουν τα σάλια μου μόλις βλέπω την μοσχοβολιστή κουρού. Δεν αντιστέκομαι γιατί είμαι άτομο χωρίς αντιστάσεις. Δίνω στον ξανθό άγγελο το τάλιρο και παίρνω ρέστα τρία. Ακόμη αντέχω. Ξαναγυρίζω πίσω στο παγκάκι και αρχίζω την ιεροτελεστία με την κουρού.

Αμ δε! Έχουν πλακώσει όλα τα περιστέρια της πλατείας και κινδυνεύω να φαγωθώ κι εγώ μαζί με το μπουγατσικό που πήρα. Γερή μυρουδιά το άτιμο ούτε πουλιά αφήνει. Πρόλαβα έφαγα μια μπουκιά και καμιά εικοσαριά κουτσουλιές. Γυρίζω το κεφάλι νιώθοντας πως κάποιος με κοιτάει. Κάθεται σε πολυθρονάρα σκεπτικός και με κοιτάζει ακίνητος ψυχρός. Ο θείος Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης. Κι αυτός άνεργος στην πλατεία μαζί μου. Τελικά εγώ τον βρήκα ή αυτός;

Αν κοιτάξεις ανατολικά όσο παίρνει το μάτι σου μέχρι την Εγνατία θα δεις τον Κρητίκαρο με το δίκοχο τον Λευτεράκη πότε μπογιατισμένο πότε καθαρό. Αγάλματα πολλά έχει αυτή η πόλη με επικεφαλής το θηρίο της ιστορίας τον Μέγα στρατηλάτη Αλέξανδρο στην παραλία πάνω στο σούζα Βουκεφάλα. Ένα άγαλμα όμως του Κάσσανδρου ιδρυτή και νουνό της πόλης δεν έστησαν. Έχει βέβαια μεγάλο δρόμο με το όνομά του που η προέκτασή του –συμπτωματικά;- είναι η Ηφαιστίωνος!

Αυτή η πλατεία είναι τόσο ζωντανό κύτταρο που, αλήθεια, μπορείς να κάθεσαι ώρες ατέλειωτες και να μελετάς τους ανθρώπους που περνούν ασταμάτητα. Αλλά εγώ βαρέθηκα και ξέχασα γιατί ήρθα εδώ. Σηκώνομαι να φύγω αλλά τον λόγο μου τον θυμίζει η Σούλα.

“Εδώ είχαμε ραντεβού ρε φίλε; Καλά την ψυλλιάστηκα πως θάσαι εδώ. Αλλά που να πας αφού εδώ σε έστησαν” Κι εγώ τι πρέπει τώρα να πω; Λέω, αν μιλούσαν τ’ αγάλματα.

Τι με κοιτάς ακίνητος που τρέχει ο λογισμός σου …

Ώ Θεέ μου, φοβάμαι τάχω παίξει. Νιώθω κουρασμένος,κενός σαν γέρος, κι ας είμαι μόλις 2300ετών! Εδώ είναι η πόλη μου εδώ το ριζιμιό μου. Δεν ξέρω αν θα πατήσουν κι άλλοι στο σπιτικό μου. Εγώ όμως σίγουρα θα είμαι εδώ, πάντα ήμουνα, γιατί είμαι μέρος της πλατείας, της πόλης, της χώρας. Γιατί είμαι αυτή η ίδια η ψυχή αυτής της χώρας κι ας μην έχω  φίλους κι ας μην έχω γκόμενα. Κι ας έχω μόνο εχθρούς.

Advertisements