γραφει ο αρισταρχος

Σελίδα 4

stairsΡυθμικά χτυπούσαν οι ρόδες πάνω στις ράγες φέρνοντας βαριά νύστα στα βλέφαρά τους. Παρ’   ότι η διαδρομή σαν φιδάκι πλάι στο ποτάμι ήταν καταπληκτική δεν άντεξαν και αποκοιμήθηκαν  μάνα και γιός γέρνοντας το κεφάλι μ’ εμπιστοσύνη στον ώμο του άντρα/πατέρα. Κι αυτός όμως σε λίγο αφέθηκε σ’ ένα γλυκό γαλήνιο ύπνο με μόνο νανούρισμα το ντακ-ντακ που έκαναν οι τροχοί.

Τα μεγάφωνα φώναξαν σε υψηλή δόση ντεσιμπέλ “Οριακόοοοοοο. ” Πετάχτηκαν και μάζεψαν τα πράγματά τους ενώ η αμαξοστοιχία έκοβε ταχύτητα. Ο Σταθμός ήταν άδειος με μόνο δύο άτομα. Τον σταθμάρχη και τον οδηγό του τοπικού λεωφορείου . Από το τρένο κατέβηκαν οι τρεις και άλλα πέντε άτομα. Ο οδηγός του λεωφορείου άνοιξε την πόρτα και φώναξε “Σκορπιστόοο”. Όλοι χάθηκαν μέσα στο αρχαιολογικό πράσινο κατασκεύασμα που ήθελε να το λεν λεωφορείο κι εκείνο πήρε μπροστά βήχοντας και βγάζοντας μεγάλες μαύρες μπάφλες καπνού, ύστερα χάθηκε στην στροφή για το χωριό.

Μπροστά ορθώνονταν το βουνό επιβλητικό. Αφέντης της περιοχής γεμάτο μνήμες και μυστικά. Κάθε βράχος, κάθε πέτρα είχε να διηγηθεί ατέλειωτες ιστορίες από το φοβερό μακελειό των αδερφοφάδων του εμφυλίου. Μπορούσες σε κάποια σημεία να δεις ότι είχε απομείνει από κάποια αμπριά. Κι αυτό τους γέμιζε θλίψη. Ματωμένα τα χώματα κάθε σπίτι είχε και νεκρό.

Ο δρόμος στενός αλλά το “αρχαιολογικό” παρά την ηλικία του πήγαινε με χάρη χορευτή γύρω γύρω στις απότομος στροφές. Κι ο οδηγός με την ήρεμη οδήγηση σε γέμιζε εμπιστοσύνη. Ήταν τέλη Νοέμβρη αλλά ο καιρός κρατούσε υπέροχα. Το τοπίο εναλλάσσονταν σε χρώματα πράσινα, κίτρινα πορτοκαλιά με σημαιοφόρους φράξους και σημύδες πλατάνια και οξιές λυγερόκορμες κουκουναριές και αγέρωχα ρόμπολα ψηλά να οριοθετούν τις κορυφογραμμές.

 Πάνω στον δρόμο σαν πριμαντόνες οι καστανιές φορτωμένες σε καλούσαν να τις τιμήσεις. Και παρ’ όλο που ανήκουν στο βουνό τρυγιούνται από τους ντόπιους σε μια έντιμη όσο και άτυπη συμφωνία σεβαστή από όλους.

Η ζωή πάνω στο βουνό και μες το δάσος ακολουθεί τους δικούς της κανόνες και νόμους. Και ζητάει τον απέραντο σεβασμό. Εκεί η ζωή είναι πιο έντονη από οπουδήποτε αλλού, μαζί κι ο θάνατος πιο εύκολος από οπουδήποτε αλλού. Ζωή και θάνατος δεμένα σ’ έναν αέναο κύκλο συνύπαρξης. Δημιουργία και αποσύνθεση. Έτσι είναι η ζωή στα αρχέγονα ταιριάσματά της. Περπατάς πάνω στους σωρούς από φύλλα και νιώθεις την ζωντάνια παντού. Ξέρεις πως σε παρακολουθούν χιλιάδες μάτια, αμέτρητες κεραίες, ατέλειωτοι οσφρητικοί αδένες. Ψίθυροι, κραυγές και σιγομουρμουρίσματα σαν θρόισμα κουτσομπολιού αέρα και φύλλων.

Υγρή η ατμόσφαιρα γεμάτη μυρωδιές. Ταξίδευαν εδώ και μια ώρα κάτω από τα δέντρα και τάνιωθαν πως τους κοιτούσαν με περιέργεια. Είχαν ανέβει στο οροπέδιο κι είχε μεσημεριάσει. Μπρος τους εκτείνονταν μια μακρόστενη κοιλάδα και στην δεξιά της πλαγιά προς την κορυφή ήταν κρεμασμένο το χωριό. Όμορφο, παραδοσιακό, μικρό, τον χειμώνα είχε λίγο κόσμο. Μπήκαν στην πλακόστρωτη πλατεία και αποβιβάστηκαν μπροστά από το καφέ-εστιατόριο “Το ξυλόσπιτο”. Η δροσιά τους χτύπησε τα ρουθούνια και τους έσφιξε τα χαλαρά κορμιά. Προετοιμασμένοι καθώς ήταν φόρεσαν χοντρά επανωφόρια και κουμπώθηκαν μέχρι πάνω.

Στάθηκαν μπροστά στο πατρικό της σπίτι και το επόπτευσαν απ’ έξω. Όλα φαινόντουσαν φυσιολογικά. Ένα τυπικό διώροφο χωριάτικο σπίτι. Ο Μανώλης είχε κάνει πολλές βελτιώσεις. Ξεκλείδωσαν και μπήκαν. Ακατοίκητο το σπίτι είχε έντονη την μυρουδιά  κλεισούρας. Άνοιξε παράθυρα και κανάτια γέμισε οξυγόνο η βαριά ατμόσφαιρα. Ο Μανώλης έφερε από την αποθήκη ξύλα και βάλθηκε να ανάψει το τζάκι. Ο Θανασάκης πήρε φόρα κι ανεβοκατέβαινε τις σκάλες φωνάζοντας. “Μάναααα! Εγώ πάω στον θείο”. “Καλά, θα ρθούμε και μείς σε λίγο”.

Έβγαζε από το στόγκο σκεπάσματα και βελέντζες, όλα της μάνας της, και το μυαλό της έτρεχε στους ατραπούς της θύμησης. Την μάνα της, τον πατέρα της το χωριό που άδειασε. Τα παιδικά της χρόνια.

Μύρισε το σπίτι καμένο ξύλο απ’ το τζάκι και τα σκεπάσματα μόλις αερίστηκαν πήραν εκείνη την γλυκιά μυρουδιά όπως όταν έβγαιναν απ’ τον αργαλειό. Μύρισε χωριό! Έκλεισαν παράθυρα ασφάλισαν τζάκι και σπίτι και πήραν τον δρόμο πέντε σπίτια πιο κάτω, για τον θείο της.

Ο θειος της ο Γιώργης τους υποδέχτηκε καλόκαρδα στην είσοδο της αυλής. Ψηλός ασπρομάλλης με βαθιές ρυτίδες και μια πελώρια μουστάκα, το καμάρι του. Είχε πελώρια χέρια φορτωμένα φλέβες, κούραση, ιστορία. Χώρεσαν κι οι δυό στην μεγάλη του αγκαλιά. Τους φίλησε, γέμισαν χαρά. Μια ξυλόσομπα κι ένα τζάκι κρατούσαν το μεγάλο σαλόνι σε καλή θερμοκρασία. Ύστερα κάθισαν γύρω από το τραπέζι για το ζεστό βραδινό με γίδα βραστή και τσίπουρο. Έξω η νύχτα γέμιζε τον χώρο στερώντας τον από το φως. Σ’ αυτό το υψόμετρο ήσουν πιο κοντά στον Θεό, συνήθιζε να λέει ο θείος κι άρχισε την προσευχή πριν το φαγητό. Όλοι έκλεισαν τα μάτια και ενώθηκαν με το Θείο σε μια ανθρώπινη υπέρβαση.

Συνεχίζεται …

Advertisements