γραφει ο αρισταρχος

Εκατό σκαλοπάτια κι ένα πλατύσκαλο.

Σελίδα 3

Γκρίνιαζε η Σοφία που ο Άκης θα παντρεύονταν πιο γρήγορα από αυτήν. Ο γάμος ορίστηκε για μετά τρεις μήνες στην εκκλησία της Αγίας Θέκλας. “Τι να κάνουμε βρε κορίτσι μου. Αφού η Βασούλα είναι έγκυος. Τι διάολο μπάσταρδο θα βγάλουμε;”  Έλεγε η μάνα και ήξερε πως έπρεπε να τρέξει τους χρόνους, και πάλι τα πράγματα όμως δεν θα γινόντουσαν όπως τάθελε. Ήθελε πολύ κόσμο, γλέντι με όργανα και τέτοια να πούμε που γίνονταν στους παραδοσιακούς γάμους. Μα τώρα τα πράγματα ήταν αλλιώτικα. Λεφτά για πέταμα δεν υπήρχαν. “΄Ακου πατέρα” είπε ο Άκης “Θα κάνουμε πολιτικό γάμο και μόλις ευκολυνθούμε θα κάνουμε θρησκευτικό όπως τον θέλει η μαμά. Πες και συ κάτι ” Τελικά πες πες την έπεισαν και της έδωσαν τον λόγο τους πως μόλις μάζευαν λεφτά θα κάναν και τον θρησκευτικό.

Κόντευαν Χριστούγεννα και η αγορά στην πόλη γεμάτη κόσμο. Ξεθωριασμένα λαμπιόνια, ξεθωριασμένα θλιμμένα πρόσωπα, ξεθωριασμένη ζωντάνια. Κόσμος πολύς μα τα μαγαζιά άδεια. Φέτος οι γιορτές θα γινόταν πολύ πιο φτωχές απ’ ότι και σ’ αυτόν τον πόλεμο. Μόνο κάτι φτηνιάρικα δωράκια για το αντέτι των Χριστουγέννων.

Κοίταξε το μεγάλο ρολόϊ της κουζίνας. Οκτώ παρά δέκα. Έστρωσε το τραπέζι. Μια σαλάτα λάχανο και δύο πιάτα μακαρόνια σπαγγέτι. Ένα γι αυτή ένα για τον άντρα της.  Έκαναν τον σταυρό τους και οι μπουκιές συναλλάσσονταν με τις κουβέντες.

-Ρε Μανώλη τι θα κάνουμε; Η κατάσταση δεν είναι καλή. Μήπως θάπρεπε να μαζέψουμε λίγα τρόφιμα σε κείνο το σπιτάκι στο χωριό που μας άφησε η μάνα μου; Αν γίνει κάτι νάχουμε τουλάχιστον κάτι να φάμε και να προφυλαχτούμε μέχρι να περάσει  η μπόρα. Έχουμε και μικρό παιδί. Ο Στέφανος μου είπε …

-Ο Στέφανος ο ξερόλας, την διέκοψε. Έχει απευθείας με τον Θεό ανοικτή γραμμή. Ούουουφ!

-Βρε μάτια μου για μένα δεν υπάρχει άλλος έξω από σένα. Εξ άλλου ο Στέφανος είναι πρώτος μου ξάδελφος. Το παιδί βλέπει πράγματα.

Εκείνος δεν απάντησε. Μάζεψε τα φρύδια του και σκέφτηκε την παραγγελία που του ακύρωσαν. Δυό πόρτες ήταν αυτές. Θα του άφηναν κανένα διακοσάρι ευρώ. Δεν τόπε της γυναίκας του να μην την στεναχωρήσει. Εκείνη όμως απτόητη συνέχισε.

-Ξέρεις, σκέφτηκα να πάω μια βόλτα αυτές τις μέρες να δω και τον θείο Γιώργη. Μια και δεν έχει σχολείο θα πάρω και τον Θανασάκη. Τι λες; Για να σε δω, εσύ κάτι έχεις. Τι συμβαίνει;

Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Το μυαλό του γύριζε σαν σβούρα γύρω από την ακύρωση. Στο τέλος δεν άντεξε και το ξεστόμισε. Τον χάϊδεψε στο κεφάλι και ύστερα του έσφιξε το μπράτσο.

-Μην μου στεναχωριέσαι βρε και θαμπώνουν τα μάτια που με πλάνεψαν. Μιά δουλειά έφυγε άλλη θα έρθει.

-Μπορείς να πας αύριο στο χωριό. Της είπε ξαφνικά και σηκώθηκε ανέκφραστος. Πήγε  στην τηλεόραση και την άνοιξε. Ύστερα μετάνιωσε και την έκλεισε. Ένιωθε μια ανησυχία μέσα του που δεν μπορούσε να προσδιορίσει την προέλευσή της.

-Ρε Μανώλη κάνε μου μια χάρη. Πάμε μαζί στο χωριό.

-Και το μαγαζί; Τι θα γίνει το μαγαζί;

-Σάμπως έχεις καμιά δουλειά μωρέ Μανωλιό; Αφού σου ακύρωσαν και τις πόρτες άντε να πάμε μαζί να ξεκουραστείς και συ λίγο.

-Καλά , θα το σκεφτώ. Δεν σου δίνω λόγο όμως, να ξέρεις.

Και σαν το πήραν απόφαση έβαλαν το Άκη να πηγαίνει λίγες ώρες στο μαγαζί μήπως και πέσει καμιά δουλειά. Κάθονταν που κάθονταν.

Στην ώρα της η υπερταχεία ξεκίνησε αφήνοντας να κοιτούν ζηλόφθονα κάτι χαλασμένα βαγόνια αταξίδευτα εδώ και χρόνια που σκούριαζαν πάνω στις νεκρές γραμμές. Τα κοίταζε ο Θανασάκης απ’ το παράθυρο και τούφεραν δυσθυμία. Άσχημο πράγμα του φάνηκε του παιδιού ο αργός θάνατος. Σφίχτηκε άθελα στο μπράτσο της μάνας του κι εκείνη απίθωσε τα χείλια της πάνω στα σγουρά μαλάκια του με τρυφερότητα. Έτσι νικιέται ο θάνατος και η μαυρίλα. Με της μάνας το γλυκό φιλί.

Συνεχίζεται

Advertisements