γραφει ο απομαχος

Χαρούμενα πρόσωπα, αλλαγμένα από του χρόνου την αδυσώπητη φθορά. Με όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ηλικίας. Ευκολοσυγκίνητοι, διστακτικοί όλοι με κάποιο πρόβλημα υγείας και όλοι ανάμεσα στα 58 και 75 χρόνια. Ζυμωμένοι πάνω στην επεξεργασία του ατσαλιού με την φωτιά, τα χημικά και τις φοβερές ηλεκτροϋδραυλικές δυνάμεις.

Μια βαριά βιομηχανία χάλυβα, ένα ζωντανό κύταρο απαρτιζόμενο από ψυχές ανθρώπινες που έδιναν υπόσχεση ζωής για επιστροφή στο σπίτι, στα οικεία. Και κάποιες φορές η υπόσχεση ήταν ένα ψέμα κι ο πόνος αβάσταχτος. Ευτυχώς ήταν περίεργα λίγα αυτά τα ατυχήματα για να θυμηθώ κάποιον παλιό, Θεός σχωρέστον, τον μαστρο-Θεοδόση Σκάντζακα που συνήθιζε να λέει. “αυτό το εργοστάσιο μεγάλος άγιος το φυλάει και δεν έχουμε ατυχήματα”.

Και θαρρείς αυτή η επικινδυνότητα μας τραβούσε τον ένα κοντά στον άλλο, μας ένωνε με δεσμά ανάμικτα ανθρωπιστικά, επαγγελματικά αλλά πάντα κάτω από την ίδια στέγη και σκοπό.

Μικτά, βαριά και ανθυγιεινά όλοι ήταν εκεί. Στου Τριάντη την γνωστή στου Χαριλάου γωνιά. Πρώην εργάτες, τεχνίτες, μηχανικοί, λογιστάδες και γραφιάδες. Δεν ξεχώριζες πρόσωπα, ονόματα, τίτλους παρά μόνο συνταξιδιώτες πίσω στον χρόνο τότε που νέοι με όνειρα και τρέλα τρέχαμε να προλάβουμε το σάλτο για το τρένο της ζωής. Της ζωής που μας καλούσε να την απολαύσουμε, να δημιουργήσουμε. Κι εκείνη έφευγε κάτω από την ορμή μας, κάτω από την δύναμή μας και ούτε που την παίρναμε χαμπάρι. Μόνο οικογένεια, παιδιά και ευτυχία, αγωνία, πάθος.

Τώρα, απόμαχοι του Χαλυβουργείου και της ζωής τρέφουμε και τρεφόμαστε στις αναμνήσεις που απλόχερα μας δώρισε ο πανδαμάτορας χρόνος. Εύχομαι το επόμενο προσκλητήριο να μας βρει πάλι εκεί όλους μας.

Χάρηκα που σας είδα και μίλησα μαζί σας, κι αστειεύτηκα μαζί σας σύντροφοι της δουλειάς για πάνω από τριάντα πέντε χρόνια. Καλό αντάμωμα στην επόμενη φορά.  

Advertisements