γραφει ο αρισταρχος

Σελίδα. 1

Κοντοστάθηκε και πήρε βαθιά ανάσα. Ήταν στα μέσα της διαδρομής στο μεγάλο πλατύσκαλο. Από κάτω της πενήντα ατέλειωτα σκαλοπάτια κι από πάνω άλλα τόσα, και στην μέση αυτή. Κοίταξε πάνω ύστερα κάτω και τέλος τα μελανά της δάχτυλα από το βάρος που είχαν οι σακούλες με τα ψώνια. Της ήρθε η έμπνευση να πετάξει στον κατήφορο τα ψώνια μα, ύστερα της έφυγε όπως της ήρθε. Είχε μια καλύτερη ιδέα. Να πηδήξει η ίδια στα απότομα σκαλιά . Και θα τόφτιαχνε, να μα την Παναγιά, αν …

Αν δεν ένιωθε το χάδι στον ώμο της και ύστερα ένα σκαστό φιλί στο δεξί της μάγουλο.Ήταν ο μικρός της, ο Θανασάκης της, το στερνοπαίδι της. Της πήρε τις σακούλες απ’ τα χέρια κι αμολήθηκε στον ανήφορο. Τον κοίταζε που ανέβαινε σαν λαγός δύο δύο τα σκαλοπάτια με τα ψώνια στα χέρια και ζήτησε συγχώρεση για τις σκέψεις πούχε κάνει. Ας είναι καλά αυτό το παιδί, της έδινε μεγάλη δύναμη. Τον είχε κάνει σε μεγάλη ηλικία και τώρα αυτή στα πενήντα πέντε κι ο μικρός στα δώδεκα. Φέτος θα τελείωνε το δημοτικό.

Τώρα τι της ήρθε και  θυμήθηκε την μάνα της, Θεός σχωρέστην, εκεί στην μέση της ανηφοριάς με τα εκατό σκαλοπάτια παρκαρισμένη στο κέντρο, στο φαρδύ πλατύσκαλο. Μόλις της ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος. ” Έϊ άμυαλη, από μικρή έτσι ήσουνα. ΌΦΑ, όπου φυσάει ο άνεμος. Τώρα στα σαράντα τρία πάλι παιδί. Δεν σου φτάνουν τα άλλα δύο που έχεις;” και συνέχισε μονολογώντας “καιρός παιδιά καιρός πανιά”. Ότι και νάλεγε, αυτό της το παιδί ήταν όλα τα λεφτά. Έμοιαζε και του πατέρα της. Μούτρα, χούγια και όνομα. Τι άλλο χρειάζονταν; Έδωσε δύναμη στα κουρασμένα της πόδια και συνέχισε την ανάβαση. Εκατό σκαλοπάτια κι ένα πλατύσκαλο.

Από το τελευταίο σκαλοπάτι μέχρι το σπίτι της ήταν εκατόν πενήντα πέντε μέτρα μετρημένα. Ποτέ δεν έβγαζε αυτή την διαδρομή μονορούφι. Την σταματούσε όλη η γειτονιά. Να της πει τα νέα, τα παράπονα, την συμβουλή. Ποτέ όμως κουτσομπολιό. Αυτό το απαγόρευε ρητά. Ότι είχες να πεις θα τόλεγες μπροστά στο πρόσωπο που το αφορούσε. Οι αρχές, αρχές, έτσι την έμαθε ο μακαρίτης ο μπάρμπα-Θανάσης, ο πατέρας της.

Άσπρο, διώροφο με αυλίτσα, όμορφο. Μια έγχρωμη πινελιά στο μουντό και μονότονο τοπίο με τις πολυκατοικίες. Πως τα κατάφερε και τόσωσε από την αντιπαροχή μόνο αυτή τόξερε. “Αν φύγω εγώ από την ζωή αυτή κάντε ότι θέλετε” απαντούσε στα παιδιά της μόλις της κόλλαγαν να το δώσει.

Στην αυλή μόνο τρεις τριανταφυλλιές, μια ροζ και δύο άσπρες, όσα και τα παιδιά της. Η ξανθιά Σοφία, τριαντάρα αρραβωνιασμένη και ο Άκης είκοσι οκτώ λογοδοσμένος με την όμορφη Βάσω. Και ο τελευταίος, το καζάν ντιπί, ο Βενιαμίν που συνήθιζε να λέει ο κύρης της, ο Μανώλης. Άκουγε που τον φώναζαν Μάνο και της έπιαναν τα νεύρα. Άκου Μάνος. Μανώλης, σαν τον Χριστό. Ήταν και μαραγκός σαν τον Χριστό.

Αυτό την τράβηξε και γνωρίστηκε μαζί του. Καλά καλά, ήταν κι εκείνα τα ανεπανάληπτα μάτια. Τρελαινόταν από την μυρουδιά του ξύλου. Αν ήταν αγόρι θα γινόταν στα σίγουρα ξυλουργός. Όμως, να που η τύχη την οδήγησε δυό σκαλοπάτια κάτω από την γη να ρωτήσει για μια μοδίστρα εκεί κοντά που θα έπιανε δουλειά. Ραπτική που την έμαθα από την μάνα της την κυρά-Θεοδοσία στήριγμα και καμάρι της.

Τα μάτια του μεγάλα γκριζοπράσινα με θαλασσινές ανταύγειες κοίταξαν τον ξανθό άγγελο των δέκα εννέα Μαϊων που μπήκε στο μαγαζί του και γέμισαν δακρυϊκό υγρό κάνοντάς τα να γυαλίζουν. Έβλεπε δυό καλλίγραμμα χείλη να του μιλούν και δεν άκουγε. Το μόνο που έβλεπε ήταν  ένας άγγελος με γλυκό προσωπάκι και σφιχτό κορμί ντυμένο σ’ ένα φόρεμα γεμάτο τριαντάφυλλα. Κι αυτός ήταν γεμάτος ροκανίδια και μυρωδιές ξύλου.

Συνεχίζεται …

Advertisements