γραφει ο αρισταρχος

Όλοι οι ξέχωροι και προικισμένοι βγαίνουν στο φως, στο πλατό σαν πανέμορφες χρωματιστές λιβελούλες. Για να τους δει ο κόσμος, να καθοδηγηθεί να πάρει λίγο από το φωτοστέφανο που τους λούζει. Να ευφρανθεί με μαγικά ακούσματα, νοητική αμβροσία κλεισμένη σ’ ένα βιβλίο, φωτεινούς επιστημονικούς δαιδάλους δυσνόητους για απλά μυαλά και φιλοσοφίες ασύλληπτες στον νου. Εκεί που περιμένει ο κοινός άνθρωπος να δώσει στην ψυχή του λίγη γεύση από την μαγεία ενός καμβά με αποτυπωμένες υπερβατικότητες πέραν του ορατού.

Πάνω σ’ αυτό το πλατό με τους εκτυφλωτικούς προβολείς τρυπώνουν σαλτιμπάγκοι ατάλαντοι, μετριότητες, καλικάντζαροι με μόνο τους εφόδιο το θράσος. Με μέγεθος βλακείας ορατό και στον πιο ήπιο πνευματικά άνθρωπο. Με πεδία χωρίς φραγμούς και αξεπέραστες γραμμές, με πλήρη αδιαφορία που πατάει και τι αφήνει πίσω του. Με μοναδικό του προτέρημα να ωραιοποιεί ή να καταδικάζει ότι του συμφέρει. Τα μάτια του βλέπουν την “μπλέμπα” σαν μια μάζα βρώμικη που τον τραβάει. Προσπαθεί να ξεφύγει να φτάσει και να κλέψει λίγο φως. Μόνο που κάτω από τους προβολείς φαίνονται όλα, ακόμη και τα κουνούπια. Γνωρίζουν την γύμνια τους και προσπαθούν να την καλύψουν κρυπτόμενοι πίσω από ψεύτικα φώτα, ψεύτικη ζωή. Ένα τεράστιο ψέμα επιτηδευμένο να φαντάζει αυτόφωτο, χαρισματικό. Μια μαύρη τρύπα που όσο φως κι αν πάρει δεν θα φωτιστεί ποτέ.

Η “πλέμπα“ παράγει, γεννάει, προάγει και συντηρεί αυτό το πλατό με ότι υπάρχει πάνω του. Και η αντιστροφή είναι ποδηγέτηση και καταδυνάστευση. Ιδρώτας και αίμα. Πόνος και δυστυχία. Μια εγκυμονούσα που προσπαθούν να περάσουν στο έμβρυο ότι πιο απάνθρωπο, για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά τους από το εξάμβλωμα που θα γεννηθεί.

“Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής κι ο γιός μου τ’ ανταλλακτικό”(Βιτάλη). Εξαρτήματα και ανταλλακτικά που από μέσα τους θα ξεπηδήσουν αστέρια φωτεινά να καρφωθούν στο στερέωμα να ομορφαίνουν την ζωή μας. Κι ανάμεσα τους μασκαρεμένοι καλικάντζαροι, φωτοκλέπτες, δρυοκολάπτες του δέντρου της ζωής.

Πήρα πινέλο και καμβά κι έβαλα πάνω του την προβολή, την εικόνα που βλέπουν τα μάτια μου σ’ αυτό που λέμε κοινωνία. Και να, μα την Παναγιά, δεν μου άρεσε καθόλου. Και το μόνο που με σκοτώνει είναι η γνώση πως θα χαθώ χωρίς να ζήσω καλύτερη. Δεν γίνεται, όσο θα τρυπώνουν καλικάντζαροι ηλίθιοι με γνώμη και δύναμη.

Advertisements