γραφει ο αρισταρχος

Δεν πολυχρησιμοποιώ το ταξί αλλά προχθές κατ’ ανάγκη σταμάτησα ένα. Δηλαδή σταμάτησε αυτό κι εγώ μπήκα στην μπροστινή θέση να αντικαταστήσω αυτόν που βγήκε. Πίσω θρονιασμένες τρεις κοπέλες από είκοσι μέχρι τριάντα χρονό. Αυτή που καθόταν στην μέση είχε πλημμυρίσει το κάθισμα. Οι άλλες δύο στριμωγμένες κι ευτυχώς αδυνατούλες. Η μια ξανθή και η άλλη καστανή.

Η κίνηση μεγάλη και οι ρυθμοί αργοί. Την ησυχία έσπαζε το θορυβώδες τικ-τακ του μετρητή και μια υποψία μουσικής που ερχόταν μάλλον κάτω από τα πόδια μου. Κρεμασμένα τα μάτια του γέρου οδηγού σαν να κοιμόταν. Και με την πελώρια μουστάκα πάνω στο σκελετωμένο κρανίο έμοιαζε μάλλον σαν γκραβούρα. Μεγάλος στην ηλικία θάπρεπε να είχε βγεί από καιρό στην σύνταξη αλλά δούλευε ακόμη, προς τέρψιν του ταμείου και της “φιλεργατικής” μας κυβέρνησης.

Το απότομο φρενάρισμα και η παρ’ ολίγον τράκα έγινε η αφορμή για το σπάσιμο της σιωπής

Οδηγός: Μάθε να οδηγάς ρεεε!

Χοντρή: Τι να σου κάνει κι αυτός, δεν είδες τον απίθανο που πέρασε ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Έχει και διαβάσεις κύριος …

Ξανθιά: Καλέ, είδατε τι ωραίο χρώμα είχε το μικρό αυτοκίνητο;

Χοντρή: Καλά, εσύ από όλη την σκηνή μόνο το χρώμα είδες; Ξανθιά δεν είσαι; Μωρέ καλά μας κάνουν. Τέτοιοι που είμαστε τέτοιους θέλουμε.

Παραδόξως ο ταξιτζής τάκουσε. Φαίνεται το καλό του αυτί θάταν το δεξί.

Οδηγός: Εννοείς την πολιτική;

Ξανθιά: Αχ να χαρείτε όχι πολιτικά. Δεν μ’ αρέσουν.

Χοντρή: Και πως ζεις, μόνο με όζα και λίμα; Ο κόσμος χάνεται και συ …Αν δεν ασχοληθούμε μ’ αυτά θα χάσουμε την ελευθερία μας και τότε βράστα. Δεν άκουσες που είπε ο Υψηλάντης “συλλογιέται καλά όποιος συλλογιέται ελεύθερα”;

Καστανή(με απότομο και κοφτό τρόπο): Τόπε ο Ρήγας Φεραίος . Είπε κκαι κάτι ακόμη αλλά το άκουσε μόνο αυτή.

Χοντρή : Καλά, καλά …εκεί κόλλησες; Η κατινιά τριγύρω σου δεν σ’ ενοχλεί; Δες το τεράστιο λεωφορείο. Όπου θέλει σταματάει, άρχοντας της ασφάλτου. Είμαστε κι εμείς εδώ ρεεεε.

Οδηγός(μάλλον απευθυνόμενος στο ταξί): Φτού, δεν πήγαμε για τον ιμάντα γαμώτο. Όλο ξεχνάω, και γύρισε προς το μέρος μου χαμογελώντας για να μου δείξει την συντεταγμένη, δίκην φαντάρων, οδοντοστοιχία του.

Για λίγο έγινε σιωπή. Η πετρελαιομηχανή δουλεύει δυνατά και η αργή κίνηση μας οδηγεί προς Εγνατία  και είμαστε ακόμη στο τρίτο σώμα περιτριγυρισμένοι από λεωφορεία και γιώτα χί. Τα μόνα που περνούν είναι τα δίκυκλα.

Η χοντρή ξεφυσάει και κοιτάζει δεξιά αριστερά ανήσυχη.

Καστανή(πάλι σε αυστηρό τόνο): Μην κουνιέσαι κυρά μου, κοντεύεις να με πετάξεις έξω.

Χοντρή(τσατισμένη): Φαίνεται τι στραβόξυλο είσαι, σε κατάλαβα από την πρώτη στιγμή. Μωρέ καλά μας κάνουν. Τόπε και γύρισε το κεφάλι στην ξανθιά.

Χοντρή(οργισμένη): Εμείς χανόμαστε χωρίς δουλειά με τον παλιοπαπαντρέου να κυκλοφορεί λεύτερος κι εσύ μυρίζεις ένα κάρο αρώματα. Πόσα ξοδεύεις μωρέ γι αυτά;

Η ξανθιά σήκωσε τα χέρια της με τα καλοβαμμένα μπλε νύχια σαν να προσπαθούσε να προστατευτεί από επίθεση της χοντρής.

Καστανή(μονολογώντας): Δεν μας φτάνει η ζέστη και το μποτιλιάρισμα πρέπει να σ’ ακούω κιόλας. Δεν μπορείς να το βουλώσεις για λίγα λεπτά;

Η χοντρή σκύβει ανάμεσα στα δύο μπροστινά καθίσματα και μισοχαμογελώντας απευθύνεται στον αρσενικό πληθυσμό.

Χοντρή(χαμογελώντας): Είδατε τι ωραία που συζητάμε; Πείτε κάτι και σεις.

Οδηγός: Άντε κουνηθείτε ρε, σαν χελώνες πάτε. Και πάτησε  το γκάζι να καλύψει το κενό των δέκα μέτρων που είχε, λες και θα έμπαινε σε λεωφόρο. Το φρενάρισμα, φυσικό επόμενο, έγινε απότομα. Παρά την μικρή ταχύτητα η σύγκρουση από πίσω ήταν σφοδρή. Ο ζωηρός νεαρός δεν πρόλαβε και φρενάρισε από πίσω μας και πάνω μας. Η χοντρή έφυγε από πίσω  και κόντεψε να χάψει τον λεβιέ απ’ τις ταχύτητες. Εγώ έδωσα μια κουτουλιά με δύναμη στο κρύσταλλο. Ο οδηγός χτύπησε το κεφάλι στο τιμόνι μάλλον από το δυνατό σπρώξιμο της καστανής. Γίναμε μπάχαλο.

Άνοιξε την πίσω πόρτα η ξανθιά και κατέβηκε ατσαλάκωτη πάνω στις γόβες στιλέτο γεμίζοντας τον αέρα γύρω της αρωματισμένες πεταλούδες. Έβγαλε από το πορτοφολάκι της δέκα ευρώ και έσκυψε στο ανοιχτό τζάμι . Άνοιξε από την πίεση το πάνω κουμπί του πουκαμίσου της και άφησε να φανεί η άνοιξη και όλο το θαύμα της ζωής σε κρεμ-άσπρο χρώμα. Ύστερα χαμογέλασε γλυκά και πέταξε το χαρτονόμισμα στον οδηγό μ’ ένα βελούδινο “λυπάμαι”. Έφυγε λικνίζοντας όλα τα δώρα που της χάρισε απλόχερα η φύση. Και μείς μείναμε ακίνητοι να την κοιτάμε. Εγώ με το κεφάλι στο κρύσταλλο, η χοντρή ψαράκι ανάμεσα στα δυό καθίσματα, η καστανή αναμαλλιασμένη και καρφωμένη στο κάθισμα του οδηγού που αναρωτιόταν τι συνέβη.

Αυτός είναι ο κανόνας της ζωής. Στα εβδομήντα σου η γρηγοράδα του μυαλού να μειώνεται αισθητά. Η ακοή να μειώνεται αισθητά. Η όραση να μην σε βοηθάει πλέον. Τα πάντα έρχονται στον τόπο τους αλλά με καθυστέρηση. Κι εγώ, με απόφαση των πάντα ανευθυνο/υπεύθυνων για σύνταξη στα γεράματα των 67 ετών, να εμπιστεύομαι την ζωή μου στα χέρια τους.

Advertisements