γραφει ο αρισταρχος

Την κοίταζε και ένιωθε μια περίεργη έλξη. Ήθελε να την αγκαλιάσει, να κλάψει, να την χαϊδέψει όπως θάκανε χρόνια τώρα. Ήθελε να συμπιέσει τον χρόνο και να κάνει τα τριάντα πέντε χρόνια μόνο μια ώρα. Και να ξαναρχίσει να ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής μαζί της σε ανθρώπινους ρυθμούς.

Την κοίταζε και νόμιζε πως έβλεπε τον εαυτό της. Ένα αντίγραφο στον καθρέπτη του τότε, όταν ήταν τριάντα πέντε χρονών. ”Αυτή είναι. Το βλέπω και το νιώθω”. Σκέψεις και συναισθήματα ανεβοκατέβαιναν μπερδεμένα θολά και το μόνο που ξεκαθάριζε ήταν μια ακατανίκητη έλξη και ένα “αυτή είναι”.

Η κόρη, η χαμένη. Αυτή που εννέα μήνες δημιούργησε η μήτρα της. Το θαύμα. Η ζωή. Και σαν ήρθε η ώρα που η ζωή θα συναντιόταν με το κορύφωμα της ζωής τον κόσμο παρά λίγο να το γεννούσε στο χωράφι πάνω στο πρωϊνό σπάσιμο του καπνού. ‘Ετρεχε, θυμάται, ο άντρας της με το σαραβαλάκι για τον  βρεφονηπιακό σταθμό  Άγιος Στυλιανός στην Θεσσαλονίκη και το παιδί κόντευε να βγει από το …στόμα της. Μακάρι να το γεννούσε εκεί, στο χωράφι, έστω πάνω σε κείνο το σαράβαλο του γείτονα. Μακάρι να μην έφτανε στον σταθμό, που της έκλεψε αυτό που ακόμη δεν είχε γεννηθεί.

Τα νερά της έφυγαν όλα και το παιδί στέγνωσε και η μήτρα αρνιόταν πεισματικά να κάνει διαστολή να απελευθερώσει μάνα και παιδί. Άκουσε τον γιατρό να λέει στον άντρα της κάτι για εφίππευση οστών του κρανίου και κάτι για καισαρική. Οι πόνοι έρχονταν και μαλάκωναν κάθε πέντε λεπτά.

Έκανε δυό μέρες να γεννήσει. Δυό μέρες ατέλειωτης αγωνίας, ατέλειωτου πόνου. Δυό μαμές κι ένας γιατρός ούρλιαζαν πάνω από το κεφάλι της “σπρώξε, σπρώξε” Κι εκείνη έσπρωχνε, μ’ όση δύναμη της είχε απομείνει. Έσπρωχνε την μοίρα του παιδιού της στα χέρια επιστημόνων. Εκτελεστές εντολών μιας εταιρείας μιας αποτρόπαιας πράξης ενός σατανικού σχεδίου.

Κουράστηκε, απόκαμε. Σαν μέσα σε όνειρο άκουσε την μπάσα φωνή του γιατρού να λέει “έχεις καιρό για το δικό σου παιδί” Κι ύστερα χάθηκε αποκαμωμένη, για ν’ ανοίξει τα μάτια της πάνω σ’ ένα κρεβάτι σε δωμάτιο του Νοσοκομείου μαζί με άλλες δώδεκα λεχώνες. Φώναξαν τον γιατρό και τράβηξαν τα διαχωριστικά σεπαρέ γύρω της. Ο ψηλός μπάσος γιατρός της έπιασε τρυφερά το χέρι και σκύβοντας ελαφρά από πάνω της τον άκουσε να λέει “λυπάμαι για το παιδί, αλλά έχεις καιρό. Είσαι νέα, θα κάνεις άλλο” Η κραυγή της δυνατή απόκοσμη έφτασε μέχρι την Καμάρα.

Ύστερα ο γυρισμός, πάνω στο παλιό λεωφορείο του ΚΤΕΛ για το καπνοχώρι  της. Θ’ αρχίσει το παστάλιασμα του καπνού και δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο σε ανάρρωση.

Το ίδιο απαράλλαχτο σκηνικό επαναλήφθηκε τέσσερις φορές! Τέσσερα παιδιά γεννημένα όλα “πεθαμένα”!. Στην πέμπτη φορά ένα αγοράκι, της τόδωσαν, με την φράση που άκουσε από την ίδια μπάσα φωνή στο μετέχμιο εγρήγορσης και ύπνου “ας της το δώσουμε αυτό”. Κι έμεινε με ένα παιδί. Ποια; Αυτή η καρπερή, που υπόσχονταν στον σύντροφο της ζωής της ένα τσούρμο παιδιά. Να τα παίρνουν μαζί τους στα καπνά να τους βοηθούν για ν’ ανασάνουν.

Αγράμματοι, κι αυτή κι ο άντρας της. Τέσσερις τάξεις του δημοτικού κι αυτές σε ένα χρόνο. Ύστερα συνέχεια σταθερή, της παράδοσης των γονιών τους. Τα καπνά. Έτσι γίνονταν πάντα, πάππου προς πάππον. Εκτός και έβγαινε κανένα παιδί ξέχωρο από τα άλλα και ξέφευγε από την περίμετρο του φτωχοχωριού και δεν ξαναπατούσε το πόδι του μέχρι να δημιουργηθεί και να γυρίσει σαν επισκέπτης.

Ξύπνιοι οι άνθρωποι της πόλης, μορφωμένοι και με σπουδές πανεπιστημίου. Ήξεραν πολύ καλά τι έπρεπε να κάνουν για να βγάζουν σε μια ώρα όσα έβγαζε σ’ ένα χρόνο ο καπνεργάτης της γης. Στήθηκε καλά η εταιρεία και τα παιδιά έγιναν αντικείμενο εμπορίας στα τέσσερα σημεία της γης.

Κάποτε το απόστημα έσπασε και βρώμισε όλη η Ελλάδα. Χτύπησαν και πόνεσαν καρδιές. Γύρισαν μνήμες κι όλα έγιναν ένα Δελφικό Ει . Εάν, και τι θα γινόταν. Θα ήμουν μάνα, γιαγιά και το παιδί μου θα είχε για γονείς αυτούς που το σκάρωσαν αφού πρώτα αγαπήθηκαν.

Έγινε ντόρος. Μπερδεύτηκαν εφημερίδες, τηλεοπτικά δίκτυα, έγινε φασαρία. Ένα Γερμανικό δίκτυο ανέλαβε και έψαξε για λογαριασμό της φτωχής καπνεργάτριας και βρήκε μόνο το ένα παιδί. Μια τριανταπεντάρα μελαχρινή με τα δικά της όμορφα χαρακτηριστικά παντρεμένη με δύο παιδάκια. Μόνιμη κάτοικος Αμερικής.

Ήρθε να δει τους φυσικούς της γονείς και να ξαναχαθεί στον χώρο και στα πρόσωπα που μεγάλωσε και αγάπησε. Δεν ήθελε να ταράξει νερά που δεν γνώριζε. Ίσως γι αυτό αρνήθηκε την επιλογή του DNA για την ταυτοποίηση. Κι ας καταριόταν η μάνα τον άντρα της πως δήθεν τσιγκουνεύονταν τις 120.000δραχμές για το test.

Κουρασμένο το γλυκό της πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες και δυό ζωντανά καφέ μάτια δεν χόρταιναν να βλέπουν την “χαμένη” κόρη. Ύστερα αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν, περισσότερο για τις ανάγκες της Γερμανικής κάμερας. Κι όπως τρελάθηκε η καρδιά της όταν την είδε που κατέβαινε από το αυτοκίνητο έτσι σπάραξε και τώρα που την έβλεπε να απομακρύνεται κουνώντας τους γοφούς όπως κι αυτή. Χαμογελώντας όπως αυτή. Κι έμειναν στο στιγμιαίο σταμάτημα του χρόνου μια μάνα μ’ ένα διαλυμένο  συναισθηματικό κόσμο και μια “κόρη”,  μ’ ένα βαθιά χαρούμενο πόνο που “είδε” τους γεννήτορες.

Ηλίθιο, επιτηδευμένο, ανώμαλο το επιχείρημα πως ήταν για το καλό της. Για να ζήσει καλύτερα. Ποιος είναι αυτός και με ποια εξουσιοδότηση που θα κρίνει ότι το παιδί θα πάει σ’ άλλη μάνα.

Ξέρω υπάρχουν περιπτώσεις που οι φυσικοί γονείς αποτελούν κίνδυνο για τα παιδιά τους. Που βρίσκεται όμως η φροντίδα της οργανωμένης κοινωνίας; Όλα αφημένα στον πατριωτισμό μερικών και την αναλγησία άλλων.

Αφορμή για το παρόν γραπτό υπήρξε ένα συγκλονιστικό, κατά την γνώμη μου, άρθρο στην zougla.gr . Για όποιον ενδιαφέρεται

http://www.zougla.gr/page.ashx?pid=80&aid=226992&cid=122

Advertisements