γραφει ο αρισταρχος

(αφιερωμένο σ’ όλους πριν την απελπισία)

Κολημμένος πάνω σε τρεις λέξεις νιώθεις πως κάτι σε τραβάει στην άβυσσο που επέλεξες σαν λύση. “πρέπει να τελειώνω”.

Τα μέτρησες και τα ζύγισες άπειρες φορές τον τελευταίο χρόνο. Η απόλυση, η διάλυση και ύστερα η ξευτίλα. Πάνω από τις δυνάμεις σου, πάνω από τις αντοχές σου. Κυνηγημένος από τις υποχρεώσεις και τις “τύψεις” που δημιούργησε η υπερευαισθησία σου για την ανέχεια ανθρώπων ολοκληρωτικά κρεμασμένων πάνω στις πλάτες σου. Δεν άντεξες και κατέθεσες τα αμυντικά σου όπλα. Το ισχυρότερο από τα γενετήσια ένστικτά σου η επιβίωση, κατέρρευσε! Έμεινες γυμνός και απορημένος να κοιτάς το μίζερο είναι σου.

Πουθενά η βοήθεια, η αρωγή. Τα έψαξες με αγωνία και πανικό. Έτρεξες σπάζοντας αστραγάλους, σκίζοντας παπούτσια, διανύοντας χιλιόμετρα. Τα λίγα ψίχουλα κάποιου επιδόματος ανεργίας δεν περίσσεψαν να καλύψουν το φροντιστήριο του μεγάλου ούτε καν αυτό το Aerolin, για το άσθμα της μικρής.  Σύντροφος σ’ αυτή την ερεβώδη πορεία ο σύντροφος της ζωής σου.

Οι ανώτερες σπουδές, τα μεταπτυχιακά, η πείρα δεν στάθηκαν αρκετά. Έχασες από καιρό κάθε αξιοπρέπεια. Στάθηκες στην ουρά για ένα συσσίτιο. Δέχτηκες την μηδαμινή χρηματική βοήθεια που σου δόθηκε παραμερίζοντας υπερηφάνειες. Προχτές σου έκοψαν το φως και στον λογαριασμό του νερού μια ψυχρή σφραγίδα προειδοποιεί “Προσοχή! Θα αφαιρεθεί ο μετρητής”. Το τηλέφωνο είναι νεκρό εδώ και τρεις μήνες.

Κι αυτοί, γυναίκα και παιδιά, μαζεμένοι γύρω από σένα, περιμένουν από σένα. Και συ από κανένα!

Κρεμάστηκαν όλοι πάνω σου, και συ αντραβαλίζεσαι! Κουράστηκες, παραδόθηκες. Τώρα βλέπεις τα πάντα αδιάφορα, ψυχρά. Δεν σ’ ενδιαφέρουν. Μόνο μια επίμονη σκέψη, “να δώσω ένα τέλος”. Που; Στη κατάσταση; Στο στάτους που δημιουργήθηκε; Στην πολιτική αστάθεια; ΄Όχι, στην ζωή σου! Κι εξετάζεις τους χίλιους μύριους τρόπους που σου πάνε. Εκεί που θα τελειώσεις το μαρτύριο της αδυναμίας.

Και αφού ψυχολογικά ήρθες στο κρίσιμο σημείο, έγινες κρίσιμη μάζα που λέμε, και αποφάσισες τίνι τρόπω θα δοθεί το τέλος κάνεις μια τελευταία βόλτα. Τίποτε δεν συγκινεί, δεν σου εξάπτει την φαντασία. Φτάνεις στον βωμό της δηλείας σου. Φίλησες τα παιδιά σου και τ’ άφησες κι από ένα γράμμα να τα επεξηγείς τους λόγους του απονενοημένου. Παίρνεις βαθιά τελευταία ανάσα και  …

Εκεί στην γωνιά της γέφυρας μια μάζα με κεφάλι καθισμένη σε αναπηρικό καρότσι σε κοιτάζει καπνίζοντας μ’ ένα, σαν από χέρι και δύο, σαν από δάχτυλα. Τα μάτια του γυαλίζουν και το χαμόγελό του περίεργο. Πετάει ένα ”τι έγινε, μετάνιωσες;. Δεν θα πηδήξεις;”

Σου τραβάει το ενδιαφέρον το θύμα της θαλιδομίδης, αλλά πιο πολύ σου κεντρίζει το ενδιαφέρον η περίεργη κατάσταση που βρίσκεται. Θες να τον ρωτήσεις, να μάθεις αλλά δεν προλαβαίνεις από που αντλεί δύναμη. Σε προλαβαίνει αυτός. Λες και ήξερε τα πάντα για σένα.

“Αν υπήρχε δύναμη μεγαλύτερη από αυτή της αγάπης για την ζωή ίσως να ήμουν στην θέση σου πριν από σένα. Δόξα το Θεό που υπάρχουμε” Ύστερα έδωσε μια με κάτι σαν από πόδι και γύρισε το αναπηρικό, ύστερα χάθηκε πίσω από ένα συννεφάκι ομίχλης. Και συ έμεινες ν’ αναρωτιέσαι αν αυτό ήταν αλήθεια, οπτασία ή μια τελευταία προσπάθεια του ένστικτου της επιβίωσης να σε πείσει να ζήσεις.

Τότε παίρνει η σκέψη σου την σωστή πορεία. Αν ήσουν πλούσιος ο θάνατός σου θα έκανε ευτυχισμένους απογόνους-κληρονόμους. Τώρα που είσαι φτωχός θα κάνεις δυστυχισμένα δύο παιδιά και μια γυναίκα. Η ζωή είναι μια μάχη και συ ένας πολεμιστής και η οπισθοχώρηση μια πράξη δηλείας που τιμωρείται με την αυστηρότερη ποινή.   

Σημασία έχει πόσες φορές θα σηκωθείς κι όχι πόσες θα πέσεις. Πολέμησε γι αυτά που διεκδικείς στην ζωή και σου ανήκουν. Πολέμησε γι αυτά που αγαπάς και συγκροτούν την ύπαρξή σου. Ζήσε!

Advertisements