γραφει ο αρισταρχος

Άκουσα το πετάρισμά του κι ύστερα ένα μπερδεμένο τιτίβισμα. Έστριψα τα μάτια μου χωρίς να κουνηθώ, προς την μεριά που άκουσα τον θόρυβο και εστίασα πάνω σ’ ένα κλαδί. Ένας κοκκινολαίμης!

Στεκόταν εκεί και με κοίταζε επίμονα. Συνέχισε να φλυαρεί χωρίς καμιά μουσικότητα, δίχως αρμονία. Κι όμως ένιωθα πως μου μιλούσε. Μου ζητούσε κάτι, κι εγώ απλά αρκέστηκα σ’ ένα όσο πιο τρυφερά μπορούσα να πω, ένα ζεστό  ΝΑΙ!

Έδωσε μια και πήδηξε –κυριολεκτικά- πάνω στην άκρη του λάστιχου που πότιζα. Με κοίταξε πάλι και στο ίδιο τέμπο τιτίβισε χρωματικά ένα τσρτρομ. Αυτή την φορά έγνεψα με μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού μου πάλι ΝΑΙ. Και μέσα μου, οι άγνωστες και περίεργες δυνάμεις μετέφραζαν βαθιά στην ψυχή μου “Θα πιώ λίγο νερό, δεν θα με πειράξεις”.

Έσκυψε το κεφαλάκι του με εμπιστοσύνη και κατάπιε λαίμαργα μερικές γουλιές από το νερό που έτρεχε από το λάστιχο και πότιζε τα λουλούδια. Ύστερα πέταξε βγάζοντας ένα δυνατό σφύριγμα που επέστρεψε σαν ηχώ ένα  “γειά σου φιλαράκο κι ευχαριστώ” . Χαμογέλασα καθώς προσπαθούσα να παρακολουθήσω το τεθλασμένο και γρήγορο πέταγμά του.

Γέμισε η ψυχή μου συναίσθημα, ευδαιμονία. Ένιωσα να δένομαι με το περιβάλλον, την  φύση.

Οι σκέψεις μου με ξύπνησαν από τις εμφανώς αιώνιες πανανθρώπινες και σπάνιες στιγμές ευφορίας στην ένωση με την μάννα φύση. Με προσγείωσαν στην πραγματικότητα, στην απάνθρωπη ζούγκλα.

Έστω και για λίγο ένιωσα τις πρώτες στιγμές της δημιουργίας, τότε που άνθρωποι, ζώα και φυτά μοιράζονταν τα δώρα της φύσης με μόνο στόχο την ζωή, την ευτυχία

Αληθινή πέρα για πέρα η ιστορία, σαν την  αλήθεια μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας ενός κρατήρα από οβίδα και περιμετρικά στο χείλος δυο παιδικά πέδιλα και ένα πόδι σκύλου.

Σαν την αλήθεια ενός ενσταντανέ στους καπνισμένους δρόμους με το δεκάχρονο γυμνό μισοκαμμένο κορμάκι ενός κοριτσιού.

Σαν την φρικτή αλήθεια ενός άψυχου νεανικού κορμιού στραπατσαρισμένο από την αυτοκτονική πτώση γεμάτο απογοήτευση απ’ την ζωή.

Advertisements