γράφει ο αρίσταρχος

Ήταν ψηλός ξερακιανός, μπαρουτοκαπνισμένος. Πολλά σγουρά μαλλιά και λεζάντα ένα παχύ μουστάκι πάνω από τα καλλίγραμμα χείλη του. Η όλη παρουσία έκλεινε με ένα ζευγάρι χοντρά μαύρα κοκάλινα πατομπούκαλα και βαθμό μυωπίας … και βάλε.!

Στα νευρώδη χέρια του πετάγονταν χοντρές  οι φλέβες, αποτέλεσμα της βαριάς δουλειάς που έκανε τα τελευταία εξήντα τέσσερα χρόνια πάνω στα σίδερα. Να τα πλάσει, να τα δώσει μορφή και σχήμα. Είχε αποκτήσει την σπάνια ικανότητα του ηλεκτροσυγκολλητή χωρίς να χρησιμοποιεί μάσκα ηλεκτροσυγκόλλησης.

Όταν έβγαζε απ’ το μουχάνι το πυρωμένο σίδερο με την τσιμπίδα και το βόλευε πάνω στο αμόνι τα σφυριά του έχτιζαν ατσάλινα κομμάτια έτοιμα να συναρμολογήσουν καλλιτεχνικά κάγκελα. Μοναδικός στην τέχνη του δεν έμεινε ποτέ από δουλειά, κι ας ανέβαζε τις τιμές για να τους ξεφορτώνεται. Αυτοί επέμεναν γιατί ήθελαν αυτόν, τον Παναγιώτη τον σιδερά.

Ξεκινούσε κάθε πρωί στις επτά και έκλεινε το μαγαζί με το ηλιοβασίλεμα συνήθως. Το σύνθημα όμως πάντα το έδινε η Χαρίκλεια. Η γυναίκα του, η αγάπη του. Την λάτρευε αυτήν και τα δυό τους κορίτσια.

Πολιτικά πάντα ενημερωμένος, αριστερός. Διαβασμένος, θυμόσοφος. Δίκαιος και προπάντων έντιμος. Αν σε κοζάριζε για σαλτιμπάγκο σ’ έδιωχνε κουνώντας τον ματρακά. ‘’Ούτε απ’ έξω θα ξαναπεράσεις’’.

Ώρες ώρες καθόμουν στην άκρη του μαγαζιού και τον παρατηρούσα. Αναρωτιόμουν πως μπορούσε σ’ αυτόν τον σκληρά δουλεμένο άνθρωπο να κρύβεται τόση ψυχική ομορφιά τέτοια πνευματική καθαρότητα . Έδινε τις εξηγήσεις του τόσο απλά ξεκάθαρα και ανθρώπινα που σε ηρεμούσε. Ο ορθολογισμός του έστρωνε την απλότητα που είναι η αλήθεια κι από αυτήν πηγάζει η αρμονία και η ομορφιά.

Του άρεσε να μιλάει για την κατοχή, τότε που παιδάκια δέκα χρονών έκοβαν τα μπουκάλια με πυρακτωμένο σύρμα και νερό. Ύστερα τα τρόχιζαν και έκαναν ποτήρια και τα πουλούσαν. Φτώχεια και μιζέρια. Η ζωή δεν άξιζε μια δραχμή. Η μεταπολεμική ανόρθωση ξεκινούσε για όλο τον κόσμο και για μας άρχιζε ο μαύρος εμφύλιος. Θα κρατούσε μέχρι το 1948 στα όπλα και, μέχρι σήμερα στην κοινωνία. Τάλεγε με παράπονο και με φωνή παλλόμενη από συγκίνηση, ύστερα έπιανε την τσιμπίδα της ηλεκτροκόλλησης μη και φανούν τα κόκκινα βουρκωμένα του μάτια .

Κάπου κάπου σε κάποια διαλείμματα ανάμεσα στο αμόνι και τον καφέ θα πετούσε την δερμάτινη ποδιά και θα πήγαινε πίσω στον μικρό του κήπο. Να περιποιηθεί τα λουλούδια και κυρίως τις μεγάλες του αγάπες. Τις τουλίπες!

Αμέτρητες και σε πολλά χρώματα. Κίτρινες, κόκκινες, πορφυρές, λευκές. Όταν άνθιζαν γέμιζε ο κήπος ομορφιά. Τον άκουγες να τις μιλάει καθώς τις περιποιόταν. Κι κείνες, τσίτωναν τον τρυφερό τους βλαστό και έπαιρναν μια θηλυκιά θαρρείς χροιά στην ένωση με το υπερβατικό, το αθέατο.

Θυμάμαι, κάποτε αγόρασα την αδυναμία μου ανθισμένη. Μια υπέροχη λευκή αζαλέα. Την μεταφύτευσα σε μεγάλη γλάστρα και σε τρεις μέρες μαράθηκε και έριξε όλα της τα λουλούδια. Στεναχωρήθηκα πολύ. Την έβγαλα από την γλάστρα και την έπλυνα στην ρίζα. Την ξαναφύτεψα και την περιποιήθηκα σαν μικρό παιδάκι. Ύστερα από κανένα μήνα γέμισε φύλλα και άνθη. Κράτησε λίγες μέρες και μετά μαράθηκε τελείως, έσβησε. Ένιωσα το άγγιγμά της μέσα μου. Το ένιωσα έντονα, και χαρά και ευλογία σ’ αυτόν που νιώθει την ζωή τριγύρω του σ’ όποια μορφή κι αν είναι.  Μούκανε το χατίρι, άνθισε μόνο για μένα. Ύστερα έφυγε, αφήνοντας το ίχνος της πάνω μου.

Κάπου εκεί ανάμεσα στην φθορά και την αφθαρσία ψυχών και σωμάτων, φυτών και μετάλλων κυλούσε η ζωή τους πότε ήρεμη και πότε κρεσέντο με τα χρόνια να περνούν , ώσπου μια μέρα …

Είδα την λεπτή του σιλουέτα να κατεβαίνει από το λεωφορείο. Μου φάνηκε πολύ σκεπτικός. Τον πλησίασα και τον χαιρέτησα. Χωρίς να πει κουβέντα έβγαλε μέσα από μια σακούλα μια ακτινογραφία θώρακος και μου την έδωσε. Στην διάγνωση μιλούσε για κάτι σκιές. Ο βαρύς δρόμος της απόγνωσης για την τελική έκφανση της ζωής του πάνω στην γη άρχιζε με πόνο και αγωνία.

Ο χρόνος πέρασε ανελέητα γρήγορα. Το Πάσχα ανοιξιάτικο, μυρωδάτο μέσα του Απρίλη κόντευε και ο Παναγής που πήγα να δω έκανε πως κοιμόταν . Ήθελε να κρατήσω ένα πιο ανθρώπινο ενσταντανέ. Μια εικόνα του σαν αυτή που θαύμαζα. Αναλλοίωτος, ακόμη και στα χειρότερά του. Ήδη ταξίδευε μακριά αφήνοντας την γλυκιά του Χαρίκλεια μόνη με τα μοιρολόγια της.

Η άνοιξη εδώ στον βορρά μπαίνει και φεύγει τόσο γρήγορα που δεν την παίρνεις χαμπάρι. Τον ερχομό της σου τον μαρτυρούν οι τουλίπες που ανθίζουν χαρίζοντας μια χρωματική νότα άπειρης ομορφιάς.

Η μικρή αυλή του Παναγιώτη ήταν γεμάτη από δαύτες. Καταπράσινες, με τους βλαστούς να πετάγονται έξω από τους βολβούς έτοιμες να κατακτήσουν τον αιθέρα, μικρή ζωή για τ’ ανθρώπινα μέτρα. Οι μέρες όμως περνούσαν και οι πράσινες τουλίπες δεν άνοιγαν τα μάτια τους στο ζεστό φως του ήλιου. Μάταια περίμεναν την τραχιά φωνή να μετουσιώνεται σε τρυφερότητα για χάρη τους. Να τις καλωσορίσει, στο ανέβασμα τους πάνω στην γη.

Οι τουλίπες δεν άνοιξαν. Δεν άνθισαν ποτέ. Γύρεψαν τον φίλο τους εκεί στην αιωνιότητα. Εκεί όπου θα μπορούσαν να χαρούν μαζί του, σε μια άλλη διάσταση σ’ έναν άλλο κόσμο.

Οι τουλίπες του Παναγιώτη δεν ξανάνθισαν ποτέ. Το σπίτι πουλήθηκε και το μηχάνημα που μπήκε να σκάψει αδιαφόρησε για την ύπαρξή τους και τις κατάστρεψε. Κι εγώ δεν έβγαλα ούτε ένα βολβό. Πως θα μπορούσα, ήταν όλες δικές του. Του Παναγιώτη του σιδερά, με τα ατίθασα μαλλιά το ζωηρό  μουστάκι και το ανθρώπινο τραχύ πρόσωπο.

Κάποια ξεχασμένη αγάπη, μια καψερή τουλίπα, έβγαλε το κεφαλάκι της λίγο αργοπορημένα πάνω στον τάφο του, αλλά κάηκε γρήγορα στην φωτιά καλοκαιριού. Πρόλαβε, έδωσε το στερνό φιλί. Το αντίο, στον μοναδικό της φίλο.

Advertisements