• γραφει ο αρισταρχος

Πετάει η καρδιά μου πάνω από την Ελλάδα. Αφουγκράζεται, πονάει. Νομίζω, αυτός ο τόπος χάθηκε, έσβησε. Χάθηκε η σφραγίδα μοναδικότητας που είχε. Το Κυριακάτικο ντύσιμο με την φροντίδα της μοναδικής Ελληνίδας μάνας , το ύψωμα, το αντίδωρο η θεία μεταλαβιά. Το μέγιστο η υπερκόσμια συνένωση με το θείο με το υπερβατικό. Η επίσκεψη στην Νουνά. Το τσουρεκάκι το γλυκό και άδολο φιλί. Το ταψί με την αγγουροντομάτα κρύα από τον πάγο, το τζατζίκι με το παγωμένο νερό και το ευλογημένο πλαστό. Μοσχομυριστό, τραγανό. Ζωντανό, κι ας πέρασαν δέκα ημέρες από τότε που η Ελληνίδα μάνα το ζύμωσε με τα χέρια της στην σκάφη. Τ’ άφησε να φουσκώσει και ύστερα τόστρωσε στα μάτια της πινακωτής για να το ψήσει ο κύρ-Αριστείδης ο φούρναρης. Για να το υμνήσει ο ποιητής όταν η θεσπέσια μυρουδιά του ξέσκιζε τους οσφρητικούς του αδένες.

Τα μάτια μου θολώσαν από τα δάκρυα για την κατάντια. Όπου και να γυρίσω ναι, η Ελλάδα με πληγώνει. Χάσαμε την αυθεντικότητά μας. Την προσωπικότητά μας. Ανάθεμα, αυτή η προς έλαττον ανάπτυξη κατέστρεψε την ομορφιά μας. Αλλοίωσε τα χαρακτηριστικά μας.

Εσεις, φύγατε νωρίς στις γειτονιές των αγγέλων δεν τα προλάβατε. Τώρα, κάτω από την ηδονική σκιά του δέντρου της αιωνιότητας αναπνέοντας την Θεϊκή στοργή ξέρω πως βουρκώνετε βλέποντας αυτήν την γλυκειά πατρίδα να προσκυνάει για άλλη μια φορά τους προσκυνημένους.

Παιδιά της πατρίδας μου, αδέρφια μου. Πόσο νομίζετε μπορεί ν’ αντέξει η φουκαριάρα. Της δώσαμε τόσο πόνο, τόσο δάκρυ. Την ρίξαμε στα σκυλιά. Την ταπεινώσαμε σ’ εκείνους που ταπείνωσε.

Παλεύουμε με τα θεριά της φύσης, με των κυμάτων την μανία. Παλεύουμε χωρίς την παρηγορική φωνή του καπετάνιου. Όρτσα μωρέ, θα περάσει. Μπουρίνι είναι! Νάναι καλά η κυρα-Παναγιά.

Μουγκρίζει το πέλαγος από Αλεξάνδρεια μέχρι Αλεξανδρούπολη. Βουνά ατίθασα τα κύματα της προδοσίας στέλνουν ριπές μαστιγώνοντας και κουρελιάζοντας το ταλαιπωρημένο κορμί της. ‘’Κράτα ψηλά το κεφάλι, εδώ είναι τα παιδιά σου. Πάλι θα έρθουνε καιροί πάλι θα έρθουν χρόνια. Τι κι  αν έπεσες στις λάσπες, Πάλι ψηλά θε να σταθείς εκεί, να σε κοιτώ και να αναθαρρεύω.

Στα χέρια σου εναποθέτω την ψυχή μου. Η ζωή σου, ζωή μου. Η χαρά σου, χαρά μου. Η λύπη σου λύπη μου. Των τυχάρπαστων θα γίνω το πικρό ψωμί, των προδοτών το κόνιο. Μόνο στάσου. Μείνε όρθια να σε βλέπω κι ας σου έσκισαν τα ρούχα κι ας σου μαστίγωσαν το κορμί. Η μάνα είσαι συ, κι γω ο γιός σου.

Μάνα Ελλάδα. Μάνα, μπροστά σου τα στήθια μου θα βάλω τους καταπατητές να πατήσω, τους αλήτες ν’ αλητεύσω τους εχθρούς σου ν’ ανασκολπίσω.

Κι ύστερα στην αγκαλιά σου θα γείρω, την μυρουδιά σου την γλυκειά να ανασάνω. Να με νανουρίσεις στων ποιητάδων σου τους στίχους στην μελωδία των τραγουδιών σου στα λόγια και στις λέξεις των πεφωτισμένων σου. Και κείνοι στον βορρά ας χαθούν στην μαύρη καταχνιά, από κει που ξεμυτίσαν απρόσκλητοι σε ένα πανηγύρι που τέλειωσε. Σε μια χαρά που δεν τους ανήκει. Σε μια ηλιόλουστη ζωή που δεν μπορούν να ζήσουν γιατί τους τυφλώνει ο ήλιος. Δεν αντέχουν το φως.

Εδώ σ’ αυτόν τον βράχο που τον λένε Ελλάδα, μένουμε εμείς οι Έλληνες. Μείνετε μακριά μας, θεριά της  αρπαγής.  

Advertisements