γραφει ο αρισταρχος

Σε βλέπω απέναντί μου να χαμογελάς πίσω από τα ακριβά σου γυαλιά . Δυό σπαστές ρυτίδες πάνω από τα ασπρόμαυρα χοντρά σου φρύδια . Τυπικό δημοσιοϋπαλληλικό πρόσωπο κρυμμένο πίσω από κάποιο σκονισμένο γραφείο με την σιγουριά του βρέξει-χιονίσει, κι άσε τους άλλους στην αέναη πάλη.

Έχουν ξεχυθεί από μέσα μου τα λαγωνικά να τρυπήσουν τις σκοτεινές κόρες των ματιών σου, γιατί οι τεταμένες αισθήσεις μου αδυνατούν να με πληροφορήσουν για το σκεπτικό σου. Προσπαθώ να μπω μέσα στους δαιδάλους του εγκεφαλικού σου ιστού και να καταλάβω αυτά που κρύβονται πίσω από την μετάφραση των λόγων σου. Πόσο αντίστοιχα ήταν με την τον άλλο σου κόσμο, τον ψυχικό.

Νιώθω να πιάνω ένα μικρό τρέμουλο στο δεξί μέρος του κάτω χείλος σου ή μου φάνηκε. Ίσως η επίμονη “ανάγνωση” από μέρους μου για τα αποκρυπτόμενά σου, φέρνουν μια αυθόρμητη αμηχανία που μεταφράζεται σ’ αυτό το ανεπαίσθητο τρέμουλο.

Ξαφνικά, βλέπω τις λεπτομέρειες του προσώπου σου. Βλέπω την μεγένθυσή σου, όπως για παράδειγμα τις καλοκουρεμένες σου φαβορίτες που όμως δεν κρύβουν το πέρασμα του χρόνου. Το προσεκτικά κόντρα ξυρισμένο σου πρόσωπο και το στρογγυλό πιγούνι. Η μιά από τις κόρες μου με πληροφορεί για το υποφερτό σου άρωμα. Λεμόνι! Σκεπάζει πάντα τα λάθη της γεύσης.

Τα δόντια σου, σχετικά μεγάλα, φαίνονται αδρά μέσα από το αινιγματικό παγωμένο εδώ και έναν αιώνα χαμόγελο. Τόσο νομίζω έζησαν οι ψυχές μας η μια απέναντι στην άλλη προσπαθώντας να ανεμισθούν  τα αποκρυπτόμενα.

Καμιά επαφή, καμιά συνεννόηση. Σ’ άλλη συχνότητα εσύ, σ’ άλλη εγώ. Ο ένας μύωψ ο άλλος μ’ αστιγματισμό. Τίποτε στις κανονικές αποστάσεις. Και τελικά σε παράλληλα σύμπαντα. Κι εγώ που σε νόμισα ομοτράπεζο σε μια απλή πειρασματική ανθρώπινη εκδήλωση εορτασμού του μυστηρίου μιας βάπτισης.

Ναι, θυμάμαι μόνο μια πρότασή μου αίολη σ’ ένα στημένο σκηνικό ανυπαρξίας.

Ναι, θυμάμαι μόνο την κραυγή που κίνησε βίαια τα στρώματα αέρος μπροστά μου μεταφέροντας το ωστικό κύμα στην άλλη άκρη του στρόγγυλου μεγάλου τραπεζιού  μεταφράζοντάς το σε λόγια.

“Γιατί κρύβεσαι πίσω από μια σύνταξη, ένα εισόδημα, μια καλόβουλα ανεκτή ζωή; Τα θεωρείς δεδομένα; Εκατομμύρια άνεργοι νέοι στα χρόνια της δημιουργίας τους προσπαθούν να μαζέψουν τα κατακερματισμένα και καμμένα τους όνειρα, και συ τους καταδικάζεις κρυπτόμενος πίσω από την αδυναμία σου να ξεφύγεις από τον βολεμένο ατομισμό σου. Δεν ακούς τις οιμωγές;

 Δεν ακούς τις καμπάνες που γέμισαν τον χώρο; Ζεις σε άλλο χρόνο;

Αλλοίμονο, θυμήσου τον Ernest Hemingway. Μην ρωτάς για ποιόν χτυπούν οι καμπάνες. Χτυπούν και για σένα”

Advertisements