γραφει ο αρισταρχος

Δεύτερη μέρα του Άγιον Πάσχα. Ο καιρός κρατάει ακόμη γλυκός, ζεστός, ηλιόλουστος . Βέβαια ο ήλιος λίγο καίει, σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά. Μάλλον το πάει για βροχή.

Μπροστά στον προαύλιο χώρο του δημοτικού σχολείου της Αξός στην Μακεδονική  χώρα λίγο βόρεια από την πόλη των Γιαννιτσών γέμει η αυλή από νεότητα, ζωντάνια ανθρωπιά.

Νέοι ντυμένοι με την πατροπαράδοτη στολή της Καππαδοκίας λικνίζονται στον ήχο ενός βιολιού, ενός ζωηρού νταουλιού ενός τσαχπίνικου ουτιού.

Μια φωνή δυνατή, σταθερή σε μια γλώσσα περίεργη και τα νιάτα με τις πατροπαράδοτες στολές να πηδούν στον αέρα και ύστερα σκύβουν να γεμίσουν τα πνευμόνια τους από την αιθέρια μυρουδιά. Άνοιξη, λουλούδια και κορίτσια πάνω στον αιώνιο οίστρο των σειρήνων.

Παρασύρομαι, στροβιλίζομαι και νιώθω τα νεύρα μου τεντωμένα πάνω στο κρεσέντο της δύναμης για ζωή. Της δύναμης για έρωτα, αναπαραγωγή, ηδονή.

Πάντα η Άνοιξη με πρωτοπόρο τον μαγικό Διόνυσο έσερνε τ’ άρμα της   περιμαζεύοντας ότι ξυπνούσε από τον χειμερινό της ύπνο στην πορεία της Περσεφόνης απ’ τον Άδη στην μάνα-Φύση. Κι όλοι της Άνοιξης χυμοί τρέλαιναν απ’ ανέκαθεν την του αίματος ροήν στα νεανικά αγγεία. Και ο χτύπος της καρδιάς γρήγορος δυνατός ανέλεγκτος. Μια ψυχική όσμωση απ’ το φθαρτό στο αιώνιο το άφθαρτο στην αιώνια νοητική κορύφωση.

Τίναξα δυνατά το κεφάλι ν’ απαλλαγώ από τις ξωτικές και πρωτόγνωρες παραισθήσεις. Η φωνή του οργανοπαίχτου δυνατή σταθερή υμνούσε Μακεδονία και μήλα κόκκινα βαμμένα με το χρώμα του χιλιόκοκκου  ροδιού.

Με τον ήλιο κατακέφαλα καυτό και προμάντη βροχής έτρεξα στον ίσιο ανηφορικό δρόμο προς το πολύπαθο Πάϊκο στα βόρεια των Γιαννιτσών. Στο τέρμα της ασφάλτου  πάνω από το Ελευθεροχώρι. Γέμισε με οξυγόνο και μυρωδιά οξιάς το αναπνευστικό μου και ρέμβασε η ματιά μου πέρα μακριά μέχρι το Βέρμιο και στα δεξιά τον Βόρρα. Μπροστά μου ένα κάμπος γεμάτος ζωή, Θεϊκή ευλογία και  πολυπαραγωγικότητα. Ο θηλυκός κάμπος των Γιαννιτσών έτοιμος για σπορά και αναπαραγωγή. Έτοιμος για την Θεία ηδονή.

Η επιστροφή, ένας δρόμος μια ίσια κατηφόρα. Και πριν προλάβεις να ξανασκεφτείς και ξανανιώσεις την ουράνια αύρα που κατέβαινε γρήγορα απ’ το ευλογημένο βουνό οι ρόδες του αυτοκινήτου έτρεχαν πάνω στην άσφαλτο της Αξούς.

Ώρα που τέλειωνε το όνειρο ενός ολιγόωρου διαλείμματος και της πλήρους επανάκλησης στην τρέλα μιας βαριάς και με ημερομηνία λήξεως προσγείωσης σε μια ανεπιθύμητη πραγματικότητα.

Ώρα που θα περνούσε η ολιγόωρη διακοπή στις ευχάριστες εγκεφαλικές αναμνήσεις . Μια ψυχική ανάταση, μια ψυχική ηρεμία μακριά από τρόϊκες και πρασινομπλέ άλογα.

Μακριά από Βαρώνους και βαρωνείες που λέει κι ο Τράγκας. Μακριά από ότι μας πίκρανε, μας πρόδωσε, μας έκλεψε. Αλλά …

Δεν αρκούν τα μάτια να ανοιγοκλείσουν. Τίποτε δεν θ’ αλλάξει. Η αλήθεια είναι εκεί και μας περιμένει. Εμάς και τις πολύ πολύ σοβαρές επιλογές μας.

Advertisements