Γουτεμβέργιος Ιωάννης ο πατέρας της τυπογραφίας


Ο Γουτεμβέργιος Ιωάννης (πλήρες γερμανικό όνομα Johannes Gensfleisch zur Laden zum Gutenberg) υπήρξε Γερμανός εφευρέτης.

Γεννήθηκε κατά την επικρατέστερη εκδοχή το 1397 και απεβίωσε στις 3 Φεβρουαρίου του 1468 σε ηλικία 71 ετών. Τόπος γέννησής του είναι το Μάιντς (Mainz) της Γερμανίας και θεωρείται ο πατέρας της τυπογραφίας.

Περίπου στα 1430 εγκαταστάθηκε στο Στρασβούργο. Τον Μάρτιο του 1434, ένα γράμμα του υποδεικνύει ότι εκείνη την εποχή διέμενε εκεί, όπου είχε κάποιους συγγενείς από την πλευρά της μητέρας του. Στο Στρασβούργο άρχισε να πειραματίζεται στη μεταλλουργία και στα 1434 έκανε τα πρώτα του βήματα στην τυπογραφία.

Ο Γουτεμβέργιος θεωρείται ο «πατέρας» της μηχανικής εκτύπωσης μολονότι είχαν ήδη κατασκευαστεί κινητά τυπογραφικά στοιχεία από τον Ολλανδό Λαυρέντιο Κοστέρ στο Χάρλεμ, γιατί εκείνος συνέλαβε πρώτος την ιδέα της τυπογραφικής μεθόδου στο σύνολό της.

Ο εκπαιδευμένος χρυσοχόος, μέλος της αντίστοιχης συντεχνίας, πειραματίζεται από το 1434 με κινητούς ξύλινους χαρακτήρες. Τα πρώτα αποτελέσματα διαφαίνονται το 1436 οπότε εκτυπώνει λαϊκά, θρησκευτικά βιβλία.

Μετά από διάφορες προσπάθειες πετυχαίνει, το 1441, με τη βοήθεια ενός βελτιωμένου μελανιού, να αξιοποιήσει εκτυπωτικά και τις δύο όψεις μιας σελίδας χαρτιού.

Η τελική επιτυχία για την αξιοποίηση της εφεύρεσής του ήρθε με την εκτύπωση, το 1455, της Βίβλου των 42 γραμμών στα λατινικά, σε 180 αντίτυπα, τα περισσότερα σε κοινό χαρτί και μερικά σε χαρτί εξαιρετικής ποιότητας (vellum), μία αισθητικά άριστη τυπογραφική εργασία, αν και αποτελεί μόλις το πρώτο τυπογραφικό προϊόν του.

Είναι ευρέως γνωστή ως η Βίβλος του Γουτεμβέργιου. Αποτελεί το πρώτο βιβλίο μαζικής παραγωγής, που για πολλούς είναι το καλύτερο και αρτιότερο τεχνικά βιβλίο που τυπώθηκε ποτέ.

Το Project Gutenberg (εγχείρημα Γουτεμβέργιος) ονομάστηκε εις μνήμην του και είναι μια εθελοντική προσπάθεια ψηφιοποίησης, αρχειοθέτησης και διανομής πολιτισμικών έργων μέσω Διαδικτύου. Ξεκίνησε το 1971 και είναι, σήμερα, η αρχαιότερη ψηφιακή βιβλιοθήκη.

Η τεχνολογία της εκτύπωσης στην εποχή του Γουτεμβέργιου

Τυπογραφία είναι η τεχνική της αναπαραγωγής κειμένων (και εικόνων) με «τύπους» ή κινητά μεταλλικά στοιχεία, που μέχρι τα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα ήταν το μοναδικό μέσο για την εκτύπωση κειμένων. Για να υπάρξει επομένως τυπογραφία, πρέπει κατ’ αρχάς να κατασκευαστούν τα μεταλλικά στοιχεία. Απαιτούσε επιδεξιότητα, άριστη γνώση των υλικών και μεγάλη ακρίβεια. Τα τυπογραφικά στοιχεία εκτός από ανθεκτικά έπρεπε να έχουν ακριβώς το ίδιο ύψος, γιατί διαφορετικά η εκτύπωση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.

Η πρώτη δουλειά του κατασκευαστή στοιχείων (στοιχειοχύτης) ήταν η δημιουργία του αρχικού προτύπου. Στη μια από τις στενές όψεις ενός μικρού παραλληλεπίπεδου ραβδιού από σκληρό μέταλλο (σίδηρος, ατσάλι) έφτιαχνε ένα ανάγλυφο πρότυπο του γράμματος που επρόκειτο να χυτεύσει. Με ένα σφυρί «χτυπούσε» το πρότυπο πάνω σε ένα κομμάτι μαλακό μέταλλο (συνήθως χαλκός). Με την κρούση δημιουργούσε τη «μήτρα», ένα εσώγλυφο «αντίτυπο» του ανάγλυφου αρχικού προτύπου.

Η μήτρα εν συνεχεία έμπαινε σε ένα ειδικό καλούπι, όπου γινόταν η χύτευση. Το καλούπι αποτελείτο από δύο μέρη που εφάρμοζαν απόλυτα μεταξύ τους αφήνοντας έναν «κενό χώρο» χύτευσης με ρυθμιζόμενες διαστάσεις. Ο τεχνίτης έχυνε το λιωμένο μέταλλο, ένα κράμα από μολύβι, αντιμόνιο και ψευδάργυρο μέσα στο «αυλάκι» του καλουπιού, στον πυθμένα του οποίου βρισκόταν η μήτρα. Όταν το μέταλλο κρύωνε, σχηματιζόταν ένα παραλληλεπίπεδο που στην μπροστινή του όψη έφερε ανάγλυφη αλλά αντεστραμμένη σαν σε καθρέφτη την εικόνα του γράμματος της μήτρας.

Αυτό ήταν το «στοιχείο» και ένας καλός στοιχειοχύτης μπορούσε να κατασκευάσει 4.000 περίπου τέτοια την ημέρα. Τα στοιχεία αποθηκεύονταν σε ειδικές θήκες (κάσες) και σε αυστηρά καθορισμένες θέσεις, ώστε να διευκολύνεται ο τεχνίτης που επρόκειτο να τα συνθέσει.

Το επόμενο στάδιο της εκτύπωσης ενός βιβλίου γινόταν στο τυπογραφείο. Ο τυπογράφος έπαιρνε στα χέρια του το πρωτότυπο, χειρόγραφο συνήθως, βιβλίο, το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και «μακέτα». Αφού μετρούσε τις σελίδες, έκανε τη σελιδοποίηση ή «κασέ», αποφάσιζε δηλαδή τι διαστάσεις θα είχε το βιβλίο που θα τύπωνε, ποια οικογένεια χαρακτήρων θα χρησιμοποιούσε και πόσες αράδες θα είχε η κάθε σελίδα.

Στην συνέχεια άρχιζε το πιο δύσκολο και χρονοβόρο έργο, η κατασκευή της τυπογραφικής πλάκας. Η εργασία ξεκινούσε με την στοιχειοθεσία, που ήταν η δουλειά ενός ειδικευμένου τεχνίτη, του στοιχειοθέτη. Αυτός διάβαζε προσεκτικά, γράμμα προς γράμμα, το χειρόγραφο. Για κάθε γράμμα, σύμβολο ή σημείο στίξης που έβλεπε, έπαιρνε από μια ειδική θήκη («στοιχειοθήκη ή «κάσα») το αντίστοιχο στοιχείο και το τοποθετούσε σε ένα ειδικό ξύλινο ή μεταλλικό πλαίσιο («συνθετήριο»), το πλάτος του οποίου ήταν ακριβώς ίσο με το πλάτος της σελίδας (ή της στήλης) του βιβλίου που επρόκειτο να τυπωθεί.

Στα κενά ανάμεσα στις λέξεις τοποθετούσε ισόπαχα «χαμηλά» στοιχεία που δεν τυπώνονταν. Όταν το συνθετήριο γέμιζε, ο τεχνίτης μετέφερε τα συνθεμένα στοιχεία στον «σελιδοθέτη». Μόλις ετοιμαζόταν και ο σελιδοθέτης, τον μετέφερε στον λεγόμενο «μεγάλο σελιδοθέτη» ή «μάρμαρο», ένα μεγάλο πάγκο εργασίας όπου γινόταν η τελική σύνθεση της φόρμας.

Η τυπογραφική φόρμα σπάνια συνέπιπτε με την τελική σελίδα του βιβλίου. Συνήθως μια φόρμα περιλάμβανε δύο, τέσσερις, οκτώ, δεκαέξι ακόμα και τριάντα δύο σελίδες, ανάλογα με το μέγεθος του τυπογραφικού χαρτιού και το επιθυμητό σχήμα του βιβλίου. Οι σελίδες τοποθετούνταν (μοντάρονταν) με τέτοιο τρόπο στη φόρμα, ώστε μετά το δίπλωμα του χαρτιού να έρθουν στην σωστή τους θέση και σειρά.

Μόλις ετοιμάζονταν όλες οι σελίδες της φόρμας, ο τυπογράφος τις έβαζε σ’ ένα ειδικό σιδερένιο πλαίσιο (τυπογραφικό τελάρο) μαζί με τις ξυλογραφίες με τις εικόνες και τα άλλα διακοσμητικά στοιχεία. Στα σημεία που έμεναν λευκά τοποθετούσε χαμηλά μεταλλικά περιθώρια (τα λεγόμενα «μέταλλα» ή «λούκια»), ενώ ανάμεσα στις αράδες μεταλλικά διάστιχα. Στην συνέχεια όλα αυτά ασφαλίζονταν πάνω στο τελάρο με μεταλλικές ή ξύλινες σφήνες και στερεώνονταν με ειδικούς σφιγκτήρες και κλειδιά.

Η εργασία της εκτύπωσης γινόταν στο πιεστήριο που ήταν μια απλή μηχανική διάταξη, αποτελούμενη από δύο μέρη: μια σταθερή στην αρχή και κινητή αργότερα επίπεδη βάση («τραπέζι»), όπου τοποθετούνταν η φόρμα, και ένα μηχανισμό πίεσης από μια επίπεδη πλάκα («μικρή» ή «βάρος») που περιστρεφόταν πάνω σ’ έναν κοχλιωτό άξονα. Αργότερα, προστέθηκε το λεγόμενο «τύμπανο», ένα ξύλινο τελάρο με ένα χοντρό και ανθεκτικό ύφασμα.

Το τύμπανο έκλεινε με ειδικούς μεντεσέδες πάνω από τη φόρμα και χρησίμευε για να τεντώνει το χαρτί και να εξομαλύνει την πίεση κατά την εκτύπωση. Για να μη λερώνονται τα περιθώρια των σελίδων από το μελάνι, προστέθηκε ένα δεύτερο τελάρο (κάλυμμα) που δίπλωνε κάτω από το τύμπανο. Πάνω του στερεωνόταν μια περγαμηνή (ή χαρτί) που κοβόταν ακριβώς στα μέτρα των σελίδων και προστάτευε τα σημεία που έπρεπε να μείνουν ατύπωτα.

Μετά την τοποθέτηση της φόρμας στην μηχανή, ακολουθούσε η εκτύπωση ενός φύλλου (δοκίμιο), το οποίο δινόταν για διόρθωση στον αναγνώστη και στον διορθωτή. Πριν ξεκινήσει η εκτύπωση, ο τυπογράφος έπρεπε να «βρει τα μέτρα», να κάνει δηλαδή ορισμένες ρυθμίσεις, ώστε το κείμενο να τυπώνεται στο ίδιο ακριβώς σημείο και στις δύο όψεις του κάθε φύλλου.

Στην συνέχεια άρχιζε η εργασία της κυρίως εκτύπωσης, στην οποία απασχολούνταν δύο τεχνίτες. Ο πρώτος άπλωνε με ειδικά εργαλεία το μελάνι στη φόρμα. Ο δεύτερος έβαζε ένα φύλλο χαρτί στην προκαθορισμένη θέση πάνω στο τύμπανο, έκλεινε το προστατευτικό κάλυμμα και το τύμπανο, μετακινούσε το «τραπέζι» κάτω από την πρέσα και έστριβε τον μηχανισμό της πίεσης. Επειδή το μέγεθος της πρέσας ήταν μικρό, η φόρμα τυπωνόταν συνήθως σε δύο χρόνους, σε δύο δηλαδή τυπώματα, που στην τυπογραφική γλώσσα λέγονται «περάσματα» ή «τραβήγματα».

Μετά την εκτύπωση η φόρμα επέστρεφε στην αρχική της θέση, το τυπωμένο φύλλο έβγαινε και στο τύμπανο φορτωνόταν το επόμενο. Με αυτόν τον τρόπο δύο καλοί τεχνίτες μπορούσαν να τυπώσουν περίπου 200 φύλλα την ώρα. Η παραγωγή του βιβλίου ολοκληρωνόταν με τη βιβλιοδεσία, που τις περισσότερες φορές γινόταν από τον αγοραστή σε κάποιο βιβλιοδετικό εργαστήριο της περιοχής του.

Η αρχή του …τέλους

Η αντίστροφη μέτρηση όμως είχε ξεκινήσει. Μετά από αντιδικίες και δικαστικές περιπέτειες, ο Γουτεμβέργιος διαχωρίζει το 1455 τις δραστηριότητες του από τους συνεταίρους του, οι οποίοι όμως διεκδικούν για λογαριασμό τους την εφεύρεση του, με το επιχείρημα ότι αυτή είχε πραγματοποιηθεί με δικά τους χρήματα και ταυτόχρονα του κατάσχουν και το τυπογραφείο του…

Τελικά ο Γουτεμβέργιος βρίσκεται σε ανυπέρβλητες οικονομικές δυσκολίες το 1458, από τις οποίες τον γλυτώνει η δημοτική αρχή του Μάιντς που τον βοηθά να φτιάξει ένα καινούργιο τυπογραφείο.

Αν και δημιούργησε μία μεγάλη επιχείρηση με περισσότερα από 20 άτομα (ξυλουργούς, χημικούς, μεταλλουργούς, σχεδιαστές), τα έξοδα έκδοσης της «Βίβλου» ξεπέρασαν τις οικονομικές του δυνατότητες.

Πεθαίνει πάμφτωχος το 1468 αφού το τυπογραφείο του είχε ήδη πτωχεύσει.

Πηγή: Αποκάλυψη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s